Της οργής και του μίσους τη θρέψαν οι αέρεςΤη χαρά της λαοθάλασσας τούτης που βόγγει.
Πόσες νύχτες λεφκές, πόσες μάβρες ημερες
Οι κρυφές, οι μουγγές τήνε θρέψαν φοβέρες.
Α ! πως είχα σα μάνα κι΄ εγώ λαχταρήσει
(ήταν όνειρο κ΄ έμεινεν, άχνα και πάει)
σαν και τα΄ άλλα σου αδέρφια να σ΄ είχα γεννήσει
κι από δόξες αλάργα κι αλάργα από μίση !
ένα κόκκινο σπίτι σ αβλή με πηγάδικαι μια δράνα γιομάτη τσαμπιά κεχριμπάρι&νοικοκύρης καλός να γυρνάς κάθε βράδι,το χρυσό, σιγαλό και γλυκό σαν το λάδι.Πως αδύναμη στάθηκε τόσο η καρδιά σου

Στα λαμπρά Γεροσόλυμα Καίσαρας να ΄μπεις !
Αν τα πλήθη αλαλάζανε ξώφρενα (αλιά σου !)
Δεν ήξεραν ακόμα ούτε ποιο το όνομά σου !
Κει στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη
&Δολερά ξεσηκώσανε τα άγνωμα πλήθη
Κι όσο ο γήλιος να πέσει και νάρθει το δείλι,
Το σταβρό σου καρφώσαν κι οχτροί σου και φίλοι.
Μα γιατί να σταθείς να σε πιάσουν ! Κι ακόμα,
Σα ρωτήσανε: «Ποιος ο Χριστός» τι είπες «Να με!».
Αχ ! δεν ξέρει τι λέει το πικρό μου το στόμα !
Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σέμαθα ακόμα !
ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ
("ΤΟ ΦΩΣ που ΚΑΙΕΙ" 1922)
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Tseligas" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
