ματώνει η αλήθεια
γεμίζουν δάκρυα τα μάτια στο χαρτί
και τη μελάνη
ακόρεστα απομυζούν από την πένα

καθώς εικόνες αυτοκίνητες τσαλακώνονται
στα σιδερωμένα σεντόνια της ασφάλτου
όπου ξυπνά μια γυναίκα που μέσα της
μαλάκωσε το ελατήριο τού έρωτα
στο τίναγμά του παρασύροντας, όπως φυσά ο καιρός
τα μαύρα στίγματα τού μυστικού ιλίγγου ασκητών
πάνω στα απλωμένα ασπρόρουχα
Τώρα, αταξινόμητη καρποφορία γεγονότων
πάνω στο μάρμαρο μια φανερώνεται η εικόνα
του ψωμιού που το θηλάζει το αλεύρι
μια κρύβεται σε δάχτυλα ζυμωμένα με κιμωλίες
Ενώ αυτούς που περπατούν σταθερά
με τα πόδια στα σύννεφα
και το κεφάλι στη γη
τους ακροβολιστές τού ύπνου με το χαραγμένο σώμα
καταδιώκουν όσοι ζουν πίσω απ' το σκοτάδι
στα ρηχά του αδίστακτου λάθους που κανείς δε θυμάται
σε κοιτώνες για δεσμοφύλακες και μπράβους της λήθης
Και πάλι απ' τις σχισμάδες τής πολιτικής οικονομίας
φυτρώνουν αγριεμένα τα ποιήματα
με τις κραυγές τής επανάστασης
κλεμμένες απ' τους θαλάμους
και τα εγχειρίδια των βασανιστών
με τις κραυγές τού έρωτα ξεσηκωμένες από τα τρυφερά
αφτάκια των παιδιών

Ταξιδεύουμε πάνω σε πελώρια γραμματόσημαπου συνδέουν τις εποχέςμουσκεύουν στους ατμούς του νερού στον αέραστεγνώνουνε για λίγο πάνω από την έρημοκι όταν σαπίσουν τα μικρά δοντάκια τουςσυντρίβονται στο έδαφοςτο γράμμα φτάνει – περνάμε στη νέα εποχή
Όταν μας γράφει κάποτε τις νύχτεςάφωνος παραμιλάφωνάζει μόνος του μες στο κλειστό του στόμα
Δε μπορείμια μέρα μάς φέρνει πιο κοντά: εκεί που είμαστε
Γιώργος Χουλιάρας, 1988 (*) στο Δημήτρη και την Ελένη
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Tseligas" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
