Ξεφυλλίζοντας άγνωστα και καταχωνιασμένα δημοτικά-κλέφτικα τραγούδια ανακαλύπτει κανείς μια ιδιαίτερα αρνητική εικόνα των χριστιανών ιερέων και καλογήρων της Τουρκοκρατίας σε αυτά. Φυσικά αυτό δεν συμβαίνει στα διαλεγμένα τραγούδια σε δημοφιλείς συλλογές ή σε κάποια από τα κατασκευασμένα "κατόπιν εορτής". Σε γνήσιες παλιότερες συλλογές όπως η Anthologie Neugriechischer Volkslieder, Leipzig 1861, υπάρχει σχεδόν ταύτιση των παπάζ-εφέντηδων με του μπέηδες. Υμνούνται κλέφτες που καταστρέφουν παπάδες, βιάζουν ή απαγάγουν παπαδιές, λαϊκοί που τιμωρούν παιδεραστές παπάδες, τραγουδιούνται καλόγεροι και καλόγριες που πετάνε τα ράσα και επιστρέφουν στην φυσιολογική ζωή και δοξάζονται μόνο γενναίοι "ξεπαπάδες" που πιάνουν το ντουφέκι και πολεμούν τους κατακτητές. Στη συνέχεια αναφέρουμε κάποια στοιχεία για τον Παπαφλέσσα και για τους γενναίους καπετάν-παπάδες του 1821 που οι πράξεις τους ελάχιστη σχέση είχαν με τον χριστιανισμό και τις παραδόσεις της εκκλησίας. Σημαντική μερίδα Ελλήνων ιερέων από το 1821 και πέρα συντάχθηκε με τον ανερχόμενο ελληνικό εθνικισμό αγνοώντας τις υποδείξεις του Πατριαρχείου και πρωτοστάτησε στην αναγέννηση του ελληνικού έθνους. Από τους ήρωες και αγωνιστές αυτούς δημιουργήθηκε η Εκκλησία της Ελλάδος, που τόσο εκνευρίζει τους τουρκοπατριάρχες Κων/λεως και τους σύγχρονους τουρκολάτρες. Μια ιδέα για το κλίμα αυτό (υποταγή της Εκκλησίας στην εθνική ιδέα) στις αρχές του 20ου αιώνα παίρνουμε από τα κείμενα του Περικλή Γιαννόπουλου (1907). Βέβαια, η Εκκλησία παίρνει σιγά σιγά τη γνωστή της πορεία, νοσταλγώντας τις παλιές καλές εποχές και προσπαθώντας να κρύψει ταυτόχρονα τα παλιά καραγκιοζιλίκια της και να παίξει πολιτικό "εθναρχικό" ρόλο. Κλείνουμε με κάποια επίσης άγνωστα ποιήματα των Παλαμά και Βάρναλη για το γνωστό και γνήσιο παπαδαριό. Δημώδη άσματα Ο κλέφτης Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης (1759-1805) είχε διαφορές με έναν προεστό και παπά του Αγ. Πέτρου Κυνουρίας που τραγουδήθηκαν:
Τ' ειν' το κακό που γένεται τούτο το καλοκαίρι; Τρία χωριά μας κλαίγονται, τρία κεφαλοχώρια, Μας κλαίγεται κ' ένας παπάς από τον Άγιο Πέτρο. Τι τώκαμα του κερατά, και κλαίγεται από 'μένα; Μήνα τα βόδια τ' έσφαξα; μήνα τα πρόβατά του; Την μια του νύφη εφίλησα, ταις δυο του θυγατέραις, Το 'να παιδί του σκότωσα, τ' άλλο το πήρα σκλάβο, Και πεντακοσια δυο φλωριά εξαγορά του πήρα, Όλα λουφέν τα μοίρασα, λουφέν 'ς τα παλληκάρια, Κι' ατός μου δεν εκράτησα τίποτε για τ' εμένα.
Με 'γέλασε το χαραυγί, τ' αστρί και το φεγγάρι, Και 'βγήκα νύχτα 'ς τα βουνά, ψηλά 'ς τα κορφοβούνια. Ακούω τα ντούσκα και βροντούν, και ταις οξιαίς και τρίζουν, Και τα γιατάκια των κλεφτών, βαρυά ν' αναστενάζουν, Π' έχουν τον Γιώτην άρρωστον, τον Γιώτη λαβωμένον, Ψηλή φωνή εφώναξε, μέσ' από το γιατάκι. - "Τραβάτε με να σηκωθώ, και βάλτε με να κάτσω, Και φέρτε τον πνευματικό, να με 'ξομολογήση, Να 'ξέρη κι από λόγου του, για να τα συγχωρήση. 'Ξήντα κορίτσια 'φίλησα, και ξήντα 'πανδρεμέναις! Και καλογραιαίς και παππαδιαίς, 'που μετριμούς δεν έχουν! Μια παππαδιά 'π' τον Μαραθιά, τριων 'μερών λεχώνα! Έσκυψα και την φίλησα, κι η γη αναταράχθη. Τ' άλογό μου 'χρημέτισε, και το ντουφέκι 'κόπη Και τα' όρημο σπαθάκι μου, μου 'πήρε το κεφάλι!"Τραγούδια για τις όμορφες παπαδοπούλες:
Κονάκια 'χουν στην Κερασιά, σ' ενού παπά το σπίτι. «Παπά ψωμί, παπά κρασί, παπά ταγή τ' αλόγου , Παπά φέρε την κόρη σου, την θέλ' ο καπετάνος.» «Εγώ ψωμί, εγώ κρασί, εγώ ταγή τ' αλόγου' Ή κόρη μου δεν είν' εδώ, την έστειλα στ' αμπέλι.» Τον λόγο δεν απόσωσε, τον λόγο δεν απόειπε' Το για κ' η κόρη τ' ρχεται τα μήλα φορτωμένη. Φέρνει τα μήλα στην ποδιά, τα κίτρα στο μαντήλι. Σκύφτει, του πέρνει την ποδιά και του φιλεί το χέρι «Έλα κόρη μ' στο γόνα μου νά μου κερνάς να πίνω, Όσο νά σκάσ' αυγερινός να πάη ή πούλια γιώμα.» «Εγώμαι κόρη του παπά, εγώμ' παπαδοπούλα, Ποτέ μου δεν εκέρασα κανένα καπετάνο. Είναι ντροπή σ' εμένανε, ντροπή και στους δικούς μου, Ντροπή και στον πατέρα μου όπούν' ένας αφέντης.» «Σε παίρνω με το χέρι μου, παίρνω με το σπαθί μου. Εγώ πασά δεν σκιάζομαι, βεζύρη δε φοβούμαι.»
Στου παπά Λάμπρου την αυλήν μαυρίζουν καλιοντσήδαι Μαυρίζουν τα τουφέκια τους και λάμπουν τα σπαθιά τους Θαρρώ κ' οι κλέφταις ήρθανε, θαρρώ 'ν' ο Κλεφτογιάνος. «Παπά ψωμί, παπά κρασί, να πιούν τα παλληκάρια' Παπά πούν' το κορίτσι σου, κρασί να μας κεράση.» «Ή κόρη μου δεν είν' έδώ, πήγε στό μοναστήρι' Πήγε νά γένη καλογριά, τα ράσα να φορέση.» «Σύρε παπά και φέρε την, σου κόβω το κεφάλι.» Κ' ή παπαδιά 'ναι φρόνιμη και πάγει και την φέρνει.
Ό Κέντρος εσηκώθηκε μ' εξήντα παλληκάρια. «Ισάτε παλληκάρια μου, να πάμε στην Κατούνα, Πούναι ψητά, πούναι βραστά, κριάρια σουβλισμένα, Πώχει ό παπάς και λυγερή κρασί να μας κερνάει.» Μπαίνουνε βράδυ στο χωριό και στου παπά κονεύουν. «Γειά και χαρά ντελή παπά.» «Καλώς τονε τον Κέντρο.» «Παπά, ψωμί, παπά, φαγί, να φαν' τα παλληκάρια, Και φέρε και την τζούπρα σου κρασί να μάς κερνάει.» «Έδώ ψωμί κ' εδώ φαγί, κι' ας φαν τα παλληκάρια. Μα τζούπρα δεν έχει ο παπάς, κρασί να σας κερνάση» «Τι λες, μωρέ ντελή παπά; Τον Κέντρο τονε ξέρεις; Φέρε τη τζούπρα την μικρήν, πούναι δεκάξι χρόνων!» Επήγε και την έφερε σα νύφη στολισμένη. Έχει τα μάγουλα φωτιά, τα μάτια δεν τα σκόνει. Κερνάει τον Κέντρο δυο φοραίς, τα παλληκάρια μία. Και το λεγένεν άπλωσε και τα φλωριά μαζόνει, Της ρίχνει ο Κέντρος δυο φλωριά, τα παλληκάρια του ένα. Κ' ένα πρωτοπαλήκαρο της ρίχνει δεκαπέντε. Του Κέντρου εκακοφάνηκε και τ' άρματα τηράζει. «Τι τα τηράζεις τα' άρματα, τα έρμα σου τσαπράζια; Σα θέλης, πάρε το σπαθί, και παίρνω το 'δικό μου, Και πάμε να παλαίψωμε σε μαρμαρένιο αλώνι. Εσύ δεξιά κ' εγώ ζερβιά, κ' η τζούπρα μεσ' τη μέση.» Με τα σπαθιά τους βγαίνουνε και πάνε να παλαίψουν, Παίρνουν την κόρη του παπά σα νύφη στολισμένη' Στη μέση τήνε βάνουνε σε μαρμαρένιο αλώνι' Απ' το πουρνό επαλεύανε κ' επήρ' ο ήλιος 'μέρα' Και 'μπρος το γύρμα της 'μερός ο Κέντρος ελαβώθη' Ο Κέντρος ελαβώθηκε στο πόδι και στο χέρι' «Τουφέκι μου περήφανο, πιστόλα μου ασημένια, Και συ σπαθί μου δαμασκί, σε τι χέρια θα πέσης.»Ο λεβέντης Κώστας που σέρνει σκλάβες μπέησες και παπαδιές:
Σηκώνομαι μια χαραυγή μαύρος από τον ύπνο, Παίρνω νερό και νίβομαι, μανδύλι και σφουγγιούμαι' Ακούω τα δέντρα και βροντούν και ταις οξιαίς και τρίζουν. Και τα λημέρια των κλεφτών και βαρυαναστενάζουν. Έκατσα και ταις ρώτησα γλυκά σαν την μητέρα. «Τί έχετ' οξιαίς, πού χλίβεστε, λημέρια πού βουγγάτε;» Κ' εκείνα μ' αποκρίθηκαν βαρυαναστεναγμένα. «Εχάσαμε την κλεφτουριά και τον λεβέντη Κώστα, Όπούχε δώδεκ' αδερφούς, τριανταδυό ξαδέρφια, Πού φέρνε σκλάβαις παπαδιαίς με ταις παπαδοπούλαις, Πού φέρνε και ταις μπεΐσσαις μ' αυταίς ταις μπεΐοπούλαις.»
Μικρός Γιωργής πανδρεύεται, μικρή γυναίκα παίρνει, πρώτη βραδιά την πλάγιασε, την ηύρε φιλεμένη, Στα γόνατα την κάθισε και την συχνορωτάει, «Κόρη μου, ποιος σ' εφίλησε, σ' επήρε την τιμή σου;» «Σίντα ήμουνα εννιά χρονών κι επάτησε στους δέκα, Επήγα στον πνευματικό να με ξεμολογήσει, με γέλασε, με φίλησε, με πήρε την τιμή μου.» Και τα τσαρούχια φόρεσε, και το σπαθί το ζώνει, στο μοναστήρι πάγαινε, στο μοναστήρι πάγει, και από μακριά τους χαιρετά, και από κοντά τους λέγει «Κατέβα κάτω, ηγούμενε, να μας ξομολογήσεις, που 'χομεν κι έναν άρρωστο, να μας τον κοινωνήσεις.» «Εσείς παπάδες έχετε, να σας ξεμολογήσουν.» «Κατέβα κάτω, κερατά, σου κόβγω το κεφάλι, χίλια φλωριά βενέτικα αξίζει η τιμή σου.» Απ' τα μαλλιά τον άδραξε, και το σπαθί του βγάνει, λιανά-λιανά τον έκανε, και στα σκυλιά τον ρίχνει.Το παλιό ακριτικό τραγούδι με τον Αγιώργη να προδίδει το κοράσιο το τραγουδούσαν ακόμα στην Προύσα στις αρχές του 20ου αιώνα και άφηναν υπονοούμενα ότι οι παπάδες ευλογούσαν γάμους Τούρκων με Ρωμηές.
Αχ! Αγι' Γιωργ' αφέντη μου και μεγαλόχαρέ μου, αυτήν την κόρη οπώκρυψες να με τη φανερώσης. Να σε καπνίσω μάλαμμα να σ' ασημώσ' ασήμι με το μπεζιροτούλουμο να κουβανώ το λάδι. Ευθύς σκίζει το μάρμαρο και βγαιν' η κόρη έξω. - Παπάδες και πνευματικοί, που τώχετε γραμμένο, να πάρη ο Τούρκος τη Ρωμηά νάναι συγχωρεμένο;
Καλόγερος εκλάδευε στης Αιμυαλούς τ' αμπέλια κι οι κλέφτες τον αγνάντευαν από ψηλή ραχούλα από μακριά τον χαιρετάν κι από κοντά του λένε Ψωμί κρασί καλόγερε να φάν τα παλικάρια Κοπιάστε απάνου στο ληνό να κάμετε λημέρι Τήρα καλά καλόγερε να μη μας μαρτυρήσεις σου κόβει ο Γιώργης τα μαλλιά κι ο Γιάννης το κεφάλι Και κείνος πείσμα το 'βάλε, πολύ του 'κακοφάνει τους άφησε και ξένοιασαν και πάει στη Δημητσάνα ευθύς ντελάλη έβαλε σε τρεις μεριές στη χώρα Μεσ' στο ληνό γιατάκιασα τους Κολοκοτρωναίους μικροί μεγάλοι στ άρματα να πάμε για τους κλέφτες Από μακριά τους έζωσαν κι από κοντά τους λένε Εβγα Ζορμπά προσκύνησε μ' όλη τη συντροφιά σου να σου χαρίσω τη ζωή και σεν' και τα παιδιά σου Πως με περνάς Μπουλούμπαση, να βγώ να προσκυνήσω που εγώ 'μ' ο Γιάννης ο Ζορμπάς κι αν σου βαστά ζυγώνεις Δεν κόταγαν να πάν' κοντά τους έτρωγε το φίδι Μα όσα φτερά και πούπουλα έχει η μαύρη η κότα τόσα ντουφέκια πέφτανε μες στου ληνού την πόρτα. Ρίξαν φωτιά μες' στο ληνό κουβάρια θειαφοκέρι Πιάσαν οι κληματόβεργες κι ο Γιάννης τραγουδάει Τώρα να δεις Μπουλούμπαση να ιδείς πως προσκυνάνε δεν είναι μία δεν είναι δυό που σ έκαν' άνω κάτω που σ' έκανα σαν το λαγό Μπουλούμπαση να τρέμεις πολλές φορές τα γιόμισες πάλαι θα τα γιομίσεις και το ντουφέκι τ άδειασε και κάνει ένα γιουρούσι τρεις μπαταριές του ρίξανε και πέφτει λαβωμένος και η φωτιά τον έζωσε και τ' άρματα δεν πιάνουν του ρίχνουν κι άλλη μπαταριά και μούγκριζε σα λύκος. Αφήνω γεια συντρόφοι μου με φάγαν οι μουρτάτες Ο Θοδωρής αγνάντευε ψηλά 'πο την Κλεινίτσα σήκω Φόρτο να φύγουμε στο Ζάκυνθο να πάμε τι μας έζωσαν τα σκυλιά οι άπιστοι μουρτάτες.Μικρή καλόγρια δεν αντέχει τα ράσα:
Κάτω στην Αγιά Μαρίνα και 'ς την Παναγιά δώδεκα χρονώ κορίτσι πάει καλογρηά με σταυρους και κομπολόγια πάει 'ς την εκκλησιά. Ούτε το σταυρό της κάμει ούτε προσκυνά μον' τα παλληκάρια βλέπει και χαμογελά, και 'ς το σταυροδρόμι πάει και κρασί πουλά. Πέρασ' ένας, πέρασ' άλλος, πέρασα κ' εγώ. Πόσα το κρασί, Τασούλα, πόσα τα πουλάς; Βρε ασήκι, βρε λεβέντη, βρε καλό παιδί, Έλα πάμε 'ς το κελλί μου, πόχω πέρδικες 'ψημέναις και γλυκό κρασί, πόχω πάπλωμα 'στρωμένο και χρυσό χαλί, πούμαι κόρη και κοιμούμαι μον και μοναχή. Να φιλήσεις, ν' αγκαλιάσεις καλογρηάς κορμί, πουν' 'ς τα ράσα τυλιγμένο σαν χλωρό τυρί.Η Κρητική εκδοχή του τραγουδιού:
Κάτω στην Αγιά Μαρίνα και 'ς την Παναγιά δώδεκα χρονώ κοράσιο καλογρά'γεινε Μήτε το σταυρό τση κάνει μήτε προσκυνά Κάθεται 'ς το σταυροδρόμι και κρασί πουλά. Το μαθαίνει 'νας λεβέντης πα να τηνε 'βρη. - Καλογρά καλώς τα κάνεις, πε μ' ίντα πουλείς; - Καλώς ήρθεν ο λεβέντης και κρασί πουλώ. - Καλογρά να σε ρωτήξω, πόσο το πουλείς; - Δώδεκα το μίστατ' έχει και δυο η γι οκά. - Καλογρά να σε ρωτήξω πώς να πιω κρασί; - Θέλης με ποτήρι πιε το θες με μαστραπά. - Καλογρά μ'άνε μεθύσω που να κοιμηθώ; - Παλληκάρ' άνε μεθύσης, έλα 'ς το κελί, Που 'χω πέρδικα ψημένη και γλυκύν κρασί, Κ' έχω πάπλωμα στρωμένο εις το στρώμα μου. Κι ο λεβέντης μεθυσμένος έμεινε 'ς τση νιας, Το ταχύ ξεμεθυσμένος λε' τση καλογράς, «Σήκω πάπια, σήκω χήνα για να στολιστής Κ' εις την εκκλησιά να πάης.»
Σ' απάνω πάει το νερό και κάτω τ' αυλάκι κι από μεριά η Παρασκευή με τ' άσπρο φακιολάκι. Παπάς την είδε κ' έσφαλε, ο διάκος κ' ετρελλάθη, την είδε κ' ένας γούμενος κι αυτός κοντά της πάει. "Σύρε, Σταυρέ μ', 'ς τους ουρανούς, Βαγγέλιο 'ς τους αγγέλους κι εγώ θα πάω να 'πανδρευθώ να πάρω τη Σεβούλα, την μικρή Παρασκευούλα."Ομολογία καλογήρου:
Από μικρός ορφάνεψα, με βάγια μ' αναθρέψαν, Σε μοναστήρι μ' έβαλαν, καλόγερος να γένω. Είκοσι χρόνους έκαμα μέσα στο μοναστήρι, Κι ασκητικά 'κοιμήθηκα χρόνους τριανταπέντε' Ποτέ μου δεν 'πλανέθηκα για τον απάνου κόσμο. Και μια λαμπρή, μια Κυριακή, μια 'πίσημην ημέρα Προσκυνητή μ' εστείλανε σ' εν άλλο μοναστήρι. Είδα γυναίκες ώμορφαις, κορίτσια στον καιρό τους' Ξανθή κόρη μ' επλάνεσε, και θέλω να την πάρω. Ποδοπατώ τα ράσα μου, βγάνω τα φυλαχτά μου' Σύρτε, σταυροί, στον ουρανό και στ' άγια μοναστήρια, Κ' εγώ θε να στεφανωθώ την κόρη που αγαπάω.
Αφουκραστήτε να σας πω για τον παπα Γιωργάκη, Πούτο μικρός 'ς τα γράμματα κ' εδά 'νε μπάσης κλέφτης. Ούλον τον κόσμο κρούσεψε τζαμιά και μοναστήρια, Μα 'ς του γουμένου του κελί δεν ημπορεί ν' ανέβη, Γιατ' είνε μαρμαρόχτιστο και σιδεροζωσμένο. Γύρου τριγύρου γύριζε και - Γούμενε - φωνιάζει - Κατέβα κάτω γούμενε, να με ξεμολοήσης. - Άμε παιδί μου 'ς το καλό, συχωρεμένο νάσαι. - Κατέβα κάτω γούμενε, να με ξεμολοήσης. Βαστώ και δώρα άγια για να με κοινωνήσης. - Άμε παιδί μου 'ς το καλό, συχωρεμένο νάσαι. - Κατέβα κάτω, τραβαμπά, γη εγώ ν' ανέβ' απάνω. - Άμε κρουσάρη 'ς την οργή, κι αφωρεσμένος νάσαι Από δεσπότη και παπά.Ο Ξωπατέρας, από τη Μεσαρά της Κρήτης, πέταξε τα ράσα έκανε άνω κάτω την Τουρκιά και "εφονεύθη εν τω πύργω της κώμης Απεζανών το 1827"
Πουλιά μη κηλαϊδήσετε Σάββατο γη Δευτέρα, γιατί τον εσκοτώσανε προχθές τον Ξωπατέρα. Ούτε 'ς την Κρήτη 'κούστηκε ούτε στην Εγγλιτέρα, να πολεμήση την Τουρκιά ωσάν τον Ξωπατέρα. Σαν ήθελε να κατεβή 'ς το Τοπαλτί μιαν ώρα, [έξω από το Ηράκλειο] μικρούς μεγάλους την Τουρκιάν εμάντριζε 'ς την χώρα. Μια ταχυνή 'κατέβηκε με το γδυμνό μαχαίρι, εφτά αγάδων κεφαλές επήρεν εις το χέρι. Τση κεφαλές των έκοψε 'ς τον ήλιον τση ξαπλώνει, και η Τουρκιά ως τόμαθε περίσσα ξαγριώνει. Το μεσφερέτι κάμανε ντελόγο και τερτίπι, για να σκοτώσουν τον παπά να ξεμπερδέσ' η Κρήτη. Εγράψανέ του οι Χριστιανοί μηνούν του και ξετστίχου, όλ' η Τουρκιά 'ρχεται για σε μόνο, παπά, διαρμίσου. Δεν το 'χω πως εκίνησεν ολ' η Τουρκιά για 'μένα, Μόνον 'διαλέξαν τον καιρόν που 'χω λαβήν 'ς την χέρα. Ο Μαλικούτης αρχηγός του διπλοπαραγγέρνει, για τον Θεόν εξάδελφε 'ς τον Πύργον μη 'ξωμένεις. για τον Θεόν εξάδελφε 'ς τον Πύργον μη πλανάσαι, για θα σε κλείση η Τουρκιά και θα παραπονάσαι. Εγώ 'ς τ' όνομα του Χριστού και με την Παναγία, 'ς τον Πύργον μέσα 'σαν κλειστώ ορντού δεν έχω χρεία. Μηνά τ' ο Μεραμέτ-Αλής πρόδωσε Ξωπατέρα, γιατ' έφταξε το τέλος σου, κ' η άσκημή σου 'μέρα. Πάλιν του ξαναμήνησε πρόδωσε Ξωπατέρα, γιατί θα ήνε αύριον η ύστερή σου 'μέρα.Μεσφερέτι: συμβούλιο Τερτίπι: σχέδιο Διαρμίσου: φρόντισε να φύγεις Μιντάτι: βοήθεια Ταγιαντίσω: ανθέξω Γιουρούντισε: ώρμηξε Ο Παπαφλέσσας Ο Ιστοριοδίφης Ευαγγελίδης Τρ. Ε. , θα μας διαφωτίσει για την αληθινή ιστορία του Παπαφλέσσα μέσα από την ΜΕΓΑΛΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ (1930). Φαίνεται ότι την εποχή εκείνη δεν είχε συντελεστεί ακόμα πλήρως το έγκλημα της παραποίησης της ελληνικής ιστορίας υπέρ της ορθοδοξίας. Να, λοιπόν τι γράφει: Ο παππούς του Γεώργιος φονεύθηκε στα Ορλωφικά (1770). Ο πατέρας του Δημήτριος επίσης το 1799 σε συμπλοκή με Τούρκους πέριξ της Σπάρτης. Άφησε ορφανού 27 γιους και μια θυγατέρα. Ο Γρηγόριος Φλέσσας γεννήθηκε στην Πολιανή το 1788. Υπήρξε ο εμψυχωτής και ο κύριος μοχλός της Επανάστασης, αφού κατόρθωσε να υπερνικήσει τα προβαλλόμενα εμπόδια από τους προκρίτους, τους κοτζαμπάσηδες και τους κληρικούς. Μαθήτευσε στην σχολή της Δημητσάνης. Μετά το πέρας των σπουδών του δημοσίευσε σάτιρες, στις οποίες καταφέρονταν κατά της οθωμανικής διοίκησης. Υπέγραφε ως «Φως Καλάμιος τούνομα Γρηγόριος». Προδόθηκε όμως στους Τούρκους και μετά από ένοπλη αντίσταση και καταδίωξη αναγκάστηκε να καταφύγει στη μονή της Ρεκίτσας, περιφέρειας Σπάρτης. Εκεί ο ηγούμενος τον συμβούλεψε να ντυθεί καλόγερος και ν' αλλάξει όνομα. Κατόπιν πήγε στη Ζάκυνθο όπου γνωρίστηκε με τον Κολοκοτρώνη και άλλους. Από εκεί μεταβαίνει στην Κωνσταντινούπολη και κατορθώνει να αποκτήσει την εμπιστοσύνη του μητροπολίτη Δέρκων. Προσλαμβάνει ως καθηγητή του τον Αινιάνα και μελετά τις δημηγορίες του Θουκυδίδη. Γνωρίζεται με φιλικούς οι οποίοι του εμπιστεύονται τα πάντα και δέχεται τον επικίνδυνο ρόλο του αποστόλου. Στη συνέχεια ο συγγραφέας περιγράφει την συνεχή δράση του Παπαφλέσσα, σε πολλά μέρη της οθωμανικής επικράτειας υπέρ της επανάστασης, καθώς και τις προετοιμασίες του με πολεμικά εφόδια αλλά και όλη την ηρωική πολεμική του δράση. Αναφέρει ότι ο Π.Π. Γερμανός, ο δήθεν ευλογήσας την επανάσταση, τον υβρίζει «εξωλέστατον», λόγω της συνεχούς του επιμονής για την εδώ και τώρα κήρυξη της επανάστασης. Ξένοι πρόξενοι και ιστορικοί (Hew, Φίνλεϋ) εκφράζουν τον θαυμασμό τους για τις πολεμικές αρετές και την ικανότητά του στην οργάνωση της μάχης. Βλέπετε ότι ο Παπαφλέσσας μελέτησε Θουκυδίδη κι όχι τις δουλικές χριστιανικές ανοησίες του τύπου «αγαπάτε τους εχθρούς ημών». Επομένως ο Παπαφλέσσας δεν υπήρξε ποτέ παπάς ή καλόγερος. Απεναντίας μελέτησε τους Έλληνες, γι' αυτό κι έγραψε στα παλιά του τα παπούτσια τους αφορισμούς του ανθελληνικού παπαδαριού... Επίσης ο Παπαφλέσσας είχε άλλου είδους συνήθειες που δεν αρμόζουν σε άγαμους κληρικούς:[Ξωπατέρας: Ιωάννης Μαρκάκης] Δεν προσκυνώ μωρέ σκυλιά, μόνον θα πολεμήσω, ίσως μιντάτι να μου 'ρθη να σάσε διαγουμίσω. Δεν προσκυνώ μωρέ σκυλιά, καλά, θα ταγιαντίσω, τον Κόρακα ανημένω δα, να σάσε διαολίσω. Αν 'αι πεινάτε κ' ήρθετε να σάσε μαγερέψω, πάλι και θέλετε καυγά κορμιά θα μακελέψω. Δεν ήρθαμε για το φαΐ και για τα μαγεργιά σου, μάρθαμε σήμερο, παπά, να 'δούμε την αντρειά σου. Τούρκοι κολούνε 'ς τον πηλόν κ' ο Ξώπαπας 'ς το κρέας Καλά το λόγιασ' η Τουρκιά, πως δεν 'πομένη ένας. Αυτός εκόλαν εις το κρες κ' οι Τούρκοι 'ς τα σμαγδάλια, Θεμου μη ρίψης Χρισθιανόν ποτέ σε τέθοια χάλια. Γιατί περίφημος παπάς 'ς τον πύργον πολεμάται, αυτός 'που 'κανε τη Τουρκιά και πάντα τον φοβάται. Του Πύργου 'δώκανε φωθιά ξ' ήνοιξαν τα θεμέλια, 'που τον εσιγουράρανε τα τέσσερα καστέλια. Στην μέσην των 'γιορούντισε πάλιν με το μαχαίρι, Έναν αγάν επλάκωσε, την κεφαλή του παίρνει. Ντελόγως την εκάρφωσε 'πάνω 'ς το μπαϊράκι, και την εθώριεν η Τουρκιά και ήπινε φαρμάκι. Ίντα να κάμω του καιρού που 'σείραν τα ποτάμια, μ' ούλοι θε να βρωμέσετε 'ς της 'Διγήτριας τα πλάγια. Μ' 'αμετε δα μπουρμάδες μου κάμετε το ντοά σας, Πάρετε τση καντίνες σας κάτσετε 'ς τα χωριά σας. Έκαμε μάνες χωρίς γυιούς καντίνες δίχως άντρες, 'σαν τα τραγιά τσοι 'μάζωνε και τσοι 'σφαζε 'ς τση μάντρες. Αυτή δεν είνε αντρειά μόνο 'ναι πουτανάτο, Σήμερον ένας Ξώπαπας σας έκαμ' άνω κάτω. Δεν είνε λέγω αντρειά μόνο 'ναι πουστουλούκι, να πολεμάτ' ένα παπά, εννιά χιλιάδες Τούρκοι. Εχόρτασα τη χέρα μου κ' εύφρανα το κορμί μου, έλα συ, Συλικτάρ αγά, κόψε την κεφαλή μου. Όσοι Χριστόν 'νομάζουνε και το νε προσκυνούνε, λιβάνι να του βάνουνε και να του συγχωρούνε.
Η φήμη του πορνόβιου, του απόκοτου και ασύδωτου αλαζόνα συνόδευε τον Φλέσσα δια βίου... Αν και περιβεβλημένος το μοναχικό σχήμα (για λόγους κοινωνικού κύρους), ο Φλέσσας ήταν από νωρίς έκδοτος στις ηδονές, με μανιώδη ροπή προς τον έκλυτο βίο. Στην ΚΠολη μολις μυείται στη Φιλική ωφελείται από τις εισφορες των κατηχούμενων, νοικιάζει χωριστή οικία και ντύνεται ευσχήμως στην αρχή και κατόπιν «λαμπρώς και μεγαλοπρεπώς». Συνελήφθη μάλιστα από τις τουρκικές αρχές όχι για τη συνωμοτική του δράση, πα΄ρα «δια την άτοπον και ανοίκειον διαγωγήν του Γρηγορίου, δίδοντος παράδειγμα διαφθοράς εις την συνοικίαν αυτού.» Ευτυχώς το επεισόδιο έκλεισε με νουθεσίες προς τον Ρωμιό ιερέα ειπωμένες από οθωμανικά χείλη: «Ε παπά δεν είναι εντροπή εις το ιδικόν σου σχήμα, να φέρνης κάθε νύχτα γυναίκας εις το σπίτι σου, και να σηκώνης την ησυχίαν των γειτόνων;» [Δημητρίου Αινιάνος, Απαντα, Ατλας 1962 ] [Κωστή Παπαγιώργη, Κανέλος Δεληγιάννης, Καστανιώτη, 2001]Ο θρησκόληπτος Μακρυγιάννης ειρωνεύεται τον πατριωτισμό του Παπαφλέσσα και των πατριωτών του και ρίχνει και το φαρμάκι του γιατί... άκουσον άκουσον... του άρεσαν οι γυναίκες.
...και τον γενναίον Παπά-Φλέσια, οπού γλεντάγει εις το Λιοντάρι με τις γυναίκες και τα λαλούμενα -και δια-να γλεντάγη βάσταξε κι' όλους τους ανθρώπους (δια-να πάθω εγώ με τους συντρόφους μου), πρέπει να φέρω και την αγιωσύνην του εδώ να μιλήση με τους πατριώτες του τους Αρκάδιους, οπού γνωρίζουν τον πατριωτισμό και την αρετή ένας του άλλου.
Βέβαια ο "γενναίος Παπά-Φλέσιας" απέδειξε τη γενναιότητά του στο Μανιάκι:
Του Φλέσσα η μάνα κάθεται στης Πολιανής την ράχη, τα Κοντοβούνια αγνάντευε και τα πουλιά ρωτάει: - Πουλάκια μ' κι αηδονάκια μου, που 'ρχεσθε στον αέρα, μην είδατε το στρατηγό, τον Φλέσσα αρχιμανδρίτη; - Στα Κοντοβούνια πέρασε και στα Σουλιμοχώρια, και παλληκάρια μάζωνε όλους Κοντοβουνίσιους. τα μάζωξε, τα σύναξε τα 'καμε τρεις χιλιάδες. Κάθονταν και τ' αρμήνενε σαν μάνα σαν πατέρας: - Εμπρός, εμπρός, μωρέ παιδιά, στο Νιόκαστρο να πάμε, να κάμωμ' έναν πόλεμο με τούς στραβαραπάδες κι αν δεν σας ντύσω μ ά λ α μ α, Φλέσσα να μην με πούνε. Και ο Κεφάλας τώλεγε, και ο Κεφάλας λέγει: - Τού Μισιριού η Αραπιά στο Νιόκαστρο είν' φερμένη - Σιώπα, Κεφάλα, μην το λες, και μην το κουβεντιάζης, να μην τ' ακούσ' η Διοίκησις, λουφέδες δεν μας στείλη, να μην τ' ακούσουν τα ο ρ δ ι ά, μ ε ν τ ά τ ι δεν ελθούνε να μην τ' ακούσουν τα παιδιά, και τα λιγοκαρδίσης. Ακόμη λόγος έστεκε και συτυχιά κρατιέται, κι η Αραπιά τους έζωσε μια κoσαργιά χιλιάδες. - Άϊντε, παιδιά, να πιάσωμε στο Ερημομανιάκι. Κι αρχίσανε τον πόλεμο απ' την αυγή ως το βράδυ. Μπραϊμης βάνει την φωνή, λέγει του παπά Φλέσσα. - Εύγα, Φλέσσα, προσκύνησε με ούλο σου τ' ασκέρι. - Δεν σε φοβούμ' Μπραήμ πασά, στο νουν μου δεν σε βάνω κι εμέ μ ε ν τ ά τ ι μώρχονται οι Κολοκοτρωναίοι Και στα ταμπούρια πέσανε αυτοί οι Αραπάδες Ο Φλέσσας βάνει μια φωνή και λέγει των στρατιωτών του - Τώρα παιδιά θα σας ειδώ αν είστε παλληκάρια. Και τα σπαθιά τραβήξανε και κάμνουν το γιουρούσι. Μια μπαταριά του ρίξανε πικρή φαρμακωμένη.Οι εθνικιστές καπεταν-παπάδες του 1821 Στα αίματα και την μνήμη των ηρωικών παπάδων και ξεπαπάδων του 1821, στους αθάνατους Παπαφλέσσα και Θανάση Διάκο και στις στρατιές των ανώνυμων παπάδων που συμπαραστάθηκαν στα επαναστατημένα αδέλφια τους, ασελγεί η σύγχρονη εκκλησία παρουσιάζοντας τους σαν τα μούτρα τους και εξισώνοντας τους με τους "μάρτυρες" αποτυχημένους υπάλληλους του Οθωμανικού Δοβλετιού. Αποτυχημένος επίσκοπος ή μπέης ή πασάς την ίδια τύχη είχε απο το αφεντικό του το Σουλτάνο. Η επίσημη εκκλησία τότε και τώρα ακόμα λέει τα ίδια. Ελάχιστο δείγμα:
Όθεν, χριστιανοί αδελφοί, τέκνα της Ανατολικής ημών εκκλησίας, όσοι κάτοικοι της Πελοποννήσου και όσοι του Αιγαίου πελάγους, όσοι πλέετε την θάλασσαν και όσοι ευρίσκεσθε εις την ξηράν, όσοι ενί λόγω, είτε παραλογιζόμενοι οίκοθεν είτε απατώμενοι άλλοθεν, εφθάσατε να νοσήσετε την κατηραμένην ταύτην νόσον και να λάβητε όπλα εις χείρας με αποστατικά φρονήματα, ακούσατε της πατρικής μας φωνής, ήτις πηγάζει από πόνον εγκάρδιον, έλθετε εις εαυτούς, αποπτύσατε το σατανικόν αυτό φρόνημα της ανοήτου αποστασίας, ρίψατε τα όπλα τα αίτια της κοινής σας καταστροφής, αναλάβετε τον προγονικόν ρεαγιαδικόν χαρακτήρα, φιλιωθήτε με τον Θεόν, δια να έχητε και την εύνοιαν της υπό Θεού τεταγμένης κραταιάς και αηττήτου βασιλείας...
Παλαιών Πατρών Γερμανός (από Δημητσάνα Καρύταινας): ετόλμησε να ψάλει το «Ανεστήτωσαν οι Έλληνες» και «είχε κρεμάσει και σπάθην προς παραδειγματισμόν των πολεμιστών». Ανθιμος Επίσκοπος Έλους (από Στενό Τριπολιτσάς): Βεβαίωνε πως όσοι των Ελλήνων φονευθούν μαχόμενοι υπέρ πίστεως και πατρίδος θα είναι άγιοι και όσοι πάλιν σκοτώσουν Τούρκους τους εχθρούς της πίστεως και της πατρίδος και αυτοί θα γίνωσιν άγιοι. Στους πολιορκητές της Τριπολιτσάς έλεγε πως όποιος ανέβει με σκάλα τα τείχη της πόλης θα πάει στον παράδεισο. Επίσης κλεινόταν και ο ίδιος στο ταμπούρι και πολεμούσε. Άνθιμος Σκαλιστήρης: Ποιμενάρχης που έτρεχε στα στρατόπεδα μέσα στα ταμπούρια πολεμούσε σαν στρατιώτης και κοιμόταν «κατά γης» μαζί με τους απλούς στρατιώτες. Βρεσθένης Θεοδώρητος (από Νεμνίτσα Καρύταινας): Ήταν εις άκρον αφιλοκερδής και φιλόπατρης, εσύστησε ο ίδιος το φροντιστήριο και στρατόπεδο των Βερβένων κατά την πολιορκία της Τριπολιτσάς. Ο Κολοκοτρώνης τον αποκαλούσε «καπετάν-Δεσπότη». Παροναξίας Ιερόθεος. Εμψύχωνε τους πολεμιστές εφόρεσε «στρατιωτικήν στολήν επίτηδες κατασκευασθείσαν» εξόπλισε και οδηγούσε με δικά του έξοδα στρατιωτικό σώμα ενώ κατά την πολιορκία της Ακρόπολης έκανε «πολλαίς παληκαριές». Μεθώνης Γρηγόριος: Από την οικογένεια των Οικονόμων της Τριφυλίας. Πρωτοπήρε τα όπλα και την σημαία του τόπου του και πολιόρκησε με τους συγγενείς του το Νεόκαστρο και τη Μεθώνη. Επί Ιμπραήμ συνελήφθει και πέθανε στην φυλακή της Μεθώνης. Αρδαμαρίων Ιγνάτιος (από Κασάνδρα Χαλκιδικής). Πολεμούσε σαν στρατιώτης και είχε δικό του στρατιωτικό σώμα, έκαψε ο ίδιος τη μητρόπολή του για να μην λεηλατηθεί από τους Τούρκους. Μετά την καταστροφή της Κασάνδρας κατάφυγε στη Μονεμβασιά που ίδρυσε σχολείο και ορφανοτροφείο.
Μοναχός Παφνούτιος (Μεγάλου Σπηλαιου). Ήταν στη Ρωσία εφημέριος στην εκκλησία του Βαρβάκη στο Ταιγάνι και κατατάχθηκε ιερολοχίτης. Μετά κατέβηκε στη Πελοπόννησο και σκότωνε Τούρκους. Καταγόταν από την Καρυά της Κορίνθου. Ήταν από αυτούς που ανέβηκαν την σκάλα και πρώτοι κατέλαβαν το φρούριο Παλαμήδι του Ναυπλίου. Μοναχός Γεράσιμος (Καλαβρυτινός). Πολέμησε στο Μεσολόγγι και την πολιορκία των Πατρών και με τον Διακοπτίτη Δαμασκηνό και σώμα 70 μοναχών του Μεγάλου Σπηλαίου πολέμησαν τα λείψανα του στρατού του Δράμαλη στο Διακοπτό και τον Ιμπραήμ αργότερα. Μοναχός Θεοφάνης Σιατιστεύς. Ηταν σύμβουλος και γραμματικός του Εμανουήλ Παπά στην επανάσταση της Κασάνδρας. Στην Πελοπόννησο συγκέντρωσε τους διασκορπισμένους πατριώτες του Μακεδόνες και τους έκανε σώματα στρατιωτικά. Εγινε γραμματευς του στόλου των Σπετσών.
Παπά-Φώτης από την Κορώνη αφησε μνημεία παληκαριάς στην πατρίδα του. Παπά-Σχίζας από του Σέρβου της Λιοδώρας. Παπά-Νίκας από την Καστανιά της Κορίνθου, οδηγούσε στρατιωτικό σώμα πατριωτών σε πολλές μάχες. Κατά την εισβολή του Δράμαλη είχε περί τους χίλιους στρατιώτες. Μοναχός Καλλίνικος της μονής της Αγια Μαρίνας στην Βερβίτσα της Άκοβας. Ακολουθούσε τον Κανέλο Δεληγιάνη στις μάχες (Μεσολόγγι, Τριπολιτσά κλπ). Ήταν γνωστός με το ψευδώνυμο «Φλεσάκος» μικρός Παπαφλέσσας. Στις μάχες προπορευόταν με μια εικόνα της Παναγίας. Στην πρώτη φάση της μάχης με τους Τούρκους στην Πάτρα κατά την υποχώρηση πέταξε την εικόνα σε ένα βάτο απογοητευμένος λέγοντας «πήγαινε και συ με τους Τούρκους». Η ανατροπή των Τούρκων στη συνέχεια θεωρήθηκε θαύμα της Παναγίας. Παπά-Δημήτρης από το Χρυσοβίτσι διακεκριμένος στρατιωτικός, υπηρετούσε στον Θ. Κολοκοτρώνη. Παπά-Δημήτρης από την Κορφοξυλιά, στρτιωτικός των Κολοκοτρωναιων. Διακρίθηκε στην μάχη του μικρού Μύτικα του Κορφοβουνιου στην πολικορκία της Τριπολιτσάς, όταν πολέμησε τους Τούρκους κατάκαμπα. Ο παπα-Γιώργης από του Λάτικα της Λιοδώρας έκανε ανδραγαθήματα κατά την πολιορκία της Τριπολιτσάς, αλλά χάθηκε από τη νόσο που προέκυψε μετά. Ο παπά-Γιωργάκης, καπετάν-παπάς από το Μοναστηράκι Γορτυνίας στρατιωτικός του Κανέλου Δεληγιάννη. Ανδραγάθησε στη μάχη της Γράνας, πολέμησε γενναία σε Πάτρα και πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου. Κυπριανός, ηγούμενος μονής Φραγκοπηδήματος Ηλείας ήταν στρατηγός και όχι ηγούμενος, κατά τον Φωτάκο, των χωριών γύρω από την μονή. Και ο διάδοχός του ηγούμενος Νάρκισος Πετροπουλος από τα Μαγούλιανα Γορτυνίας συνέχισε το έργο του. Μοναχοί Νικηφόρος από τα Νεζερά Καλαβρύτων και Νεκτάριος, γενναίοι στρατιωτικόι του Ανδρέα Ζαΐμη. Μοναχός Ναθαναήλ ηγούμενος της μονής Αγ, Γεωργίου του Φονιά, μαζί με τον αδελφό του ακολουθούσαν τον Νικηταρά. Παπα-Οικονομος Καλομοίρης από το χωριό Βορδώνια, γενναίος πολεμιστής έπεσε στη μάχη των Βασιλικών εναντίον του Δράμαλη. Παπα-Σταθούλης από τα Λαγκάδια διακεκριμένο παληκάρι και στρατιωτικός του Κανέλου Δεληγιάννη, πολέμησε και στο Μεσολογγι. Επεσε μαχόμενος στην ατυχή μάχη των Τρικόρφων κατά του Ιμπραήμ.
Παπα-Αρσένης Κρέστης περίφημος καπετάνιος του Κρανιδίου Αργολίδας. Πολέμησε στην αρχή τον Κεχαγιά του Χουρσίτ όταν εισέβαλε στην Πελοπόννησο να λύσει την πολιορκία της Τριπολιτσάς. Πολιορκήθηκε από τους Αλβανούς του Κεχαγιά σε ένα μοναστήρι. Από εκεί διέφυγε με το σπαθί στο χέρι και συνέχισε την πολικορία του Ναυπλίου. Ακολούθησε τον Νικηταρά στην εκστρατεία στην Α. Στερεά (Αγ. Μαρίνα και Στυλίδα). Πολέμησε στην μάχη του Αγ. Σώστη και το Αγιονόρι το Δράμαλη. Κατά την προσπάθεια των Τουρκων να λύσουν τον αποκλεισμο σε Κόρινθο και Ναύπλιο έπεσε ηρωικά στον Αγ. Σώστη.
Και πολλοί ακόμα παπάδες και δεσποτάδες από τα υπόλοιπα μέρη της επαναστατημένης Ελλάδας: Σαλώνων Ησαΐας, Ρωγών Ιωσήφ, Ανθιμος Γαζής, Θεόφιλος Καΐρης κ.α.
Χριστιανισμός-Ελληνισμός κατά τον Περικλή Γιαννόπουλο
Ο θεωρητικός του ελληνικού εθνικισμού ήταν ξεκάθαρος για την θέση της χριστιανικής θρησκείας στην Ελλάδα που οραματιζόταν (1907).
Ελληνική Φυλή, πάση θυσία πρέπει να μάθεις δια παν ότι σε αφορά ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ. Ελληνική Φυλή, δια να αισθανθείς τον Ελληνισμόν Σου πρέπει να περιορίσεις το Χριστιανικό σου συναίσθημα εις τα λογικά και πραγματικά του όρια. Όπως στην αρχή της Νέας Σου Θρησκείας, εκατέβασες και καταπίεσες το Συναίσθημα Ελλην, δια ν' ανυψώσεις το Συναισθημα Χριστιανός, τώρα πλέον που η Χριστιανικότης Σου δεν έχει να πάθει τίποτε, μόνον δε η Ελληνικότης Σου κινδυνεύει πρέπει να κατεβάσεις εις δευτέραν μοίραν το συναίσθημα Χριστιανός και ν' ανυψώσεις Κυρίαρχον Απόλυτον το Συναίσθημα ΕΛΛΗΝ. Ντροπή σας Έλληνες, να λέγεσθαι Σεις Χριστιανοί, σαν την Κοινήν αγέλην των Ανθρωποειδών. Σεις πρέπει να λέγεσθε ότι είσθε: Χριστιανοποιοί: ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΤΑΙ. Εάν δεν μπορείτει να αισθάνεσθε ότι είσθε Έλληνες, παρά μόνον μέσα από το πάπλωμα του Χριστιανισμού Σας τότε ΕΡΡΕΤΩ τέτοιος Ελληνισμός. Διότι τότε ο Ελληνισμός Σας είναι Νεκρός. ... Όπως εδέχθημεν εμείς τότε τον Χριστιανισμόν, τώρα πρέπει να δεχθή και ο Ελληνοχριστιανισμός, τον Ανασταινόμενον ΟΡΘΟΔΟΞΟΝ Ελληνισμόν μας. ... Η μεγαλυτέρα αξία του Χριστιανισμού δι' Εμάς είναι, ότι μας αποδεικνύει τον Ειδωλολατρισμόν και την Γνησιότητά μας, υπό όλα τα φορέματα. ... Εδώ δεν θίγεται η Ελληνική Εκκλησία, αλλ' η ΞΕΝΗ Εβραϊκή Ιδέα. Και κάθε ξένον πρέπει να μας είναι ζήτημα δευτερεύον, εις το βάθος της συνειδήσεώς μας. ... ΔΙ' ΟΝΟΜΑ ΤΗ΅ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΔΕΑΣ, προσέξετε, ω λογομανείς, δημαγωγοί και λαοπλάνοι της Πέννας και όσοι αβάστακτοι επικριταί των Αγνώστων σας Πραγμάτων, μη νομίσετε ότι πρόκειται περί Παραδοξολογιών, Φραγκομιμήσεων, Μουρλονεωτερισμών και πολέμων ανοήτων, ασκόπων, κατά της Ελληνικής Εκκλησίας μας και λυπηθείτε τα χάλια της φυλής και το κατάντημα του Ελληνικού Πνεύματος δια να μη προσθέσετε εις τις τόσες συμφορές ανοήτους θορύβους. Το εδώ ζήτημα, πρέπει να μείνει εις τον Πάτον της συνειδήσεως του καθενός μας. Ο Ελληνισμός δεν έχει να πολεμήσει την Εκκλησίαν του, όπως έγινε και γίνεται αναγκαστικώς εις όλα τα Κράτη που θέλουν να προοδεύσουν, δια τον απλούστατον λόγον, ότι δεν έχει να πολεμήσει κατά του Παπά. Ο Έλλην Παπάς δεν έχει, Δόξα το Θεώ, καμμίαν σχέσιν με τον Φραγκόπαπα. Ο Ελληνόπαπας, απαραλλακτότατος και κοινωνικότατος πολίτης είναι υπάλληλος του Κράτους, σαν κάθε άλλον υπάλληλον. Και είναι τόσο λίγο φλάρης ή Αγγλογερμανομουρλόπαπας, ώστε αν ένας ταγματάρχης κι ένας Παπάς ανταλλάξουν τα ρούχα των, αδύνατον να διακριθή ποιος ο Παπάς και ποιος ο Στρατιώτης. Ο κάθε Έλλην πρέπει να αναλύσει και λύσει με τον Εαυτόν του την σκέψιν του δια το εδώ ζήτημα, χωρίς ανόητες φωνές. Οι Χριστιανοί είσθε Χαμένοι μεταξύ της αγέλης των θηριωδών Χριστιανικών Λαών. Ως Έλληνες ξεχωριζόμενοι δυνατόν να σωθείτε. ... Κοντός Ψαλμός Αλληλούϊα: Πας Παπάς αισθανόμενος ότι είναι Πρώτα Χριστιανός και Δεύτερα Έλλην ΞΟΥΡΑΦΙΣΘΗΤΩ. ... H μόνη διαφορά που υπάρχει μεταξύ του Τούρκου και του Καλόγερου είναι μόνον ότι ο ένας φορεί μαύρο και ο άλλος κόκκινο Φέσι. Εάν ο Τούρκος επείραζε τον ΚΑΛΟΓΕΡΟΝ ο Ζυγός θα ήτο αδύνατον να συγκρατηθεί, θα ανετινάσετο τάχιστα εις τον αέρα. Αλλ' ο Τούρκος μεγαλοφυώς περιποιηθείς τον Καλόγερον, παραχωρήσας εις αυτόν, ότι ποτέ οι Αυτοκράτορες μας χάριν του Εθνικού Σκοπού δεν του επέτρεψαν' μοιράσας μαζύ του τον Δεσποτισμόν, δια μιας μόνης πράξεως εστερέωνε δι' αιώνες την Κατάκτησίν του ...; Ο Χριστιανισμός ενώ αφ' ενός εφαίνετο σώζων την Φυλήν και την διέσωζε πράγματι εν μέρει αφ' ετέρου όμως υπήρξε και είναι και τώρα γενικώς: ΤΡΟΜΑΚΤΙΚΟΣ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ. Ο Εγκληματίας Καλογερισμός ο πάντοτε εμπνέων την αποθάρρυνσιν εις την φυλήν και υπό τους Αυτοκράτορας, ο φωνάζων και εξηγών όλα ως Τιμωρίαν Θεϊκήν, ο ξεσβερκωμένος ότι επέσαμεν ένεκα των αμαρτιών μας, ήτο ευτυχής να απαλλαχθή του Αυτοκράτορος και να ΜΟΝΟΚΡΑΤΟΡΗΣΗ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΣ και κατά το μέγα μέρος Πραγματικώς, πραγματοποίησις ονείρου του, που δεν την εφαντάσθη ποτέ του από της Ιδρύσεως του Χριστιανισμού μέχρι της ημέρας της Πτώσεως ...; Αυτός είναι ο μοναδικός Λόγος, της εντελώς απιστεύτου και αφαντάστου ΔΟΥΛΕΙΑΣ της φυλής επί τόσους αιώνας. Η ΜΟΝΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ. Ελληνική Φυλή δεν σε έσωσε ο Χριστιανισμός, αλλ' ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΣΟΥ όπως και αυτός θα σε σώσει εις το Μέλλον. Και μόνος ΑΥΤΟΣ.Κράξιμο του παπαδαριού από Παλαμά και Βάρναλη Οι καλόγεροι, του Κωστή Παλαμά
Είμαστ' οι άνεργοι και οι άχαροι, και της ζωής είμαστ' εμείς οι καταλαλητάδες, για να πατάμε και να σβήνουμε είμαστε τα ωραία και τ' αληθινά, τ' άνθια και τις λαμπάδες. Τον ήλιο και τα ηλιόχαρα οχτρευόμαστε, και τις αγάπες της καρδιάς και του πα
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Ropewalker Kassandra" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
[Ξωπατέρας: Ιωάννης Μαρκάκης]
Δεν προσκυνώ μωρέ σκυλιά, μόνον θα πολεμήσω,
ίσως μιντάτι να μου 'ρθη να σάσε διαγουμίσω.
Δεν προσκυνώ μωρέ σκυλιά, καλά, θα ταγιαντίσω,
τον Κόρακα ανημένω δα, να σάσε διαολίσω.
Αν 'αι πεινάτε κ' ήρθετε να σάσε μαγερέψω,
πάλι και θέλετε καυγά κορμιά θα μακελέψω.
Δεν ήρθαμε για το φαΐ και για τα μαγεργιά σου,
μάρθαμε σήμερο, παπά, να 'δούμε την αντρειά σου.
Τούρκοι κολούνε 'ς τον πηλόν κ' ο Ξώπαπας 'ς το κρέας
Καλά το λόγιασ' η Τουρκιά, πως δεν 'πομένη ένας.
Αυτός εκόλαν εις το κρες κ' οι Τούρκοι 'ς τα σμαγδάλια,
Θεμου μη ρίψης Χρισθιανόν ποτέ σε τέθοια χάλια.
Γιατί περίφημος παπάς 'ς τον πύργον πολεμάται,
αυτός 'που 'κανε τη Τουρκιά και πάντα τον φοβάται.
Του Πύργου 'δώκανε φωθιά ξ' ήνοιξαν τα θεμέλια,
'που τον εσιγουράρανε τα τέσσερα καστέλια.
Στην μέσην των 'γιορούντισε πάλιν με το μαχαίρι,
Έναν αγάν επλάκωσε, την κεφαλή του παίρνει.
Ντελόγως την εκάρφωσε 'πάνω 'ς το μπαϊράκι,
και την εθώριεν η Τουρκιά και ήπινε φαρμάκι.
Ίντα να κάμω του καιρού που 'σείραν τα ποτάμια,
μ' ούλοι θε να βρωμέσετε 'ς της 'Διγήτριας τα πλάγια.
Μ' 'αμετε δα μπουρμάδες μου κάμετε το ντοά σας,
Πάρετε τση καντίνες σας κάτσετε 'ς τα χωριά σας.
Έκαμε μάνες χωρίς γυιούς καντίνες δίχως άντρες,
'σαν τα τραγιά τσοι 'μάζωνε και τσοι 'σφαζε 'ς τση μάντρες.
Αυτή δεν είνε αντρειά μόνο 'ναι πουτανάτο,
Σήμερον ένας Ξώπαπας σας έκαμ' άνω κάτω.
Δεν είνε λέγω αντρειά μόνο 'ναι πουστουλούκι,
να πολεμάτ' ένα παπά, εννιά χιλιάδες Τούρκοι.
Εχόρτασα τη χέρα μου κ' εύφρανα το κορμί μου,
έλα συ, Συλικτάρ αγά, κόψε την κεφαλή μου.
Όσοι Χριστόν 'νομάζουνε και το νε προσκυνούνε,
λιβάνι να του βάνουνε και να του συγχωρούνε.
