Του Βαγγέλη Μαυροδή(Αφιερώνεται σε όσους φέτος θα κάνουν το «πέρασμα», με την ευχή να είναι γεροί να το ξανακάνουν.) Το βουνό το πρωτογνώρισα ένα καλοκαίρι κι’ αυτό έγινε πριν από 52 ακριβώς χρόνια, (και κάτι μήνες. . . !!!) Και η γνωριμία μας ήταν νεανική, κάτι σαν τον πρώτο μας έρωτα, από κείνες τις γνωριμίες που δεν ξεχνιούνται, μια γνωριμία που κράτησε και θα κρατήσει ακόμα, παρά την αλλαγή που έφεραν τα χρόνια στο βουνό με δρόμους και εγκαταστάσεις, και με επισκέπτες σοβαρούς αλλά και «ρυπογόνους», και μακάρι ο Δραγκουντέλης μας να μην πληγώθηκε πολύ. Ήταν την εποχή που ξεκίνησα την απασχόλησή μου στη δασική υπηρεσία, μια απασχόληση που μού άρεσε και δε μετάνιωσα που δεν άλλαξα πορεία ενδιάμεσα. Σε ώριμη για την τότε εποχή ηλικία και πριν από την κατάταξη στο στρατό, βρέθηκα στο Δασονομείο του Ν. Μαρμαρά, φορτωμένος με όλες τις «εκ του νόμου υποχρεώσεις» και με... προσωπικό τον μοναδικό δασοφύλακα τον Τάσο, έναν άνθρωπο χοντροκόκαλο και πολύ γερό, που δεν το είχε για τίποτα, να ξεκινήσει από το Μαρμαρά το πρωί και να βρεθεί το απόγευμα στη Συκιά και παραπέρα. Μια μέρα λοιπόν αρχές Ιούνη, έχοντας μαζί μας τροφή και νερό, ξεκινήσαμε με τα πόδια αχάραγα, περάσαμε από τον αραιοκατοικημένο Παρθενώνα και συνέχεια στον ανήφορο, ακολουθώντας το αρχαίο μονοπάτι αυτό που χρησιμοποιούσαν και πριν από τον πόλεμο για «πίσω» για τη Συκιά, λίγο πριν μεσημεριάσει, φτάσαμε στα ισιώματα του Δραγκουντέλη. Είδαμε το μέρος, κατατοπιστήκαμε, ο καιρός καλός και η βλάστηση στο φόρτε της, το τοπίο θαυμάσιο και το ψωμοτύρι νοστιμότατο δίπλα στην πηγή με το λιγοστό νερό. Περπατήσαμε όλο το πλάτωμα, είδαμε τα δασικά είδη που υπήρχαν και σε κάποια σημεία παρατηρήσαμε τα ίχνη από λαθροϋλοτομίες. Ήταν τεράστια πεύκα ριγμένα στο έδαφος, από τα οποία έλλειπαν κομμάτια με ορισμένο μήκος και πάχος, τέτοια που μπορούσαν να φορτωθούν και να μεταφερθούν με μουλάρια, μια και άλλος τρόπος από κει δεν υπήρχε, αφού αυτοκίνητα δεν μπορούσαν να πλησιάσουν, λόγω της ανυπαρξίας δρόμων. Αυτά τα «κατακείμενα» τεράστια πεύκα, όταν άρχιζαν να σαπίζουν, τα τεμάχιζαν έβγαζαν το δαδί από όσα είχαν και το προωθούσαν κρυφά και παράνομα με καΐκι συνήθως στη Θεσσαλονίκη. Ήταν φτωχός ο τόπος κι’ ο κόσμος προσπαθούσε να επιβιώσει με ό τι μπορούσε να ασχοληθεί, και οι περισσότεροι δούλευαν «απέναντι» στα μοναστήρια με μεροκάματα πείνας, αφού οι εργοδότες εκεί, ποτέ δε φημίζονταν για το χουβαρνταλίκι τους, αλλά και οι συνθήκες παντού, ήταν γενικά δύσκολες τότε. Φύγαμε από τα ισιώματα τού Δραγκουντέλη και συνεχίσαμε στον κατήφορο από την άλλη μεριά προς τη θάλασσα. Περνούσαμε μέσα από τα «καψάλια» δηλαδή το μέρος που είχε καεί το 1947, κι’ εκεί διαπιστώσαμε την καταστροφή που είχε γίνει τότε, αφού λιγοστά πεύκα γλίτωσαν, αυτά που έριξαν σπόρο αργότερα και ξανάγινε το δάσος. Τα αείφυλλα πλατύφυλλα δέντρα όμως, κουμαριές και άλλα, πρόλαβαν και ξανάγιναν πολύ πυκνά και σκέπασαν τον τόπο, τόσο πυκνά, που δυσκολευτήκαμε να βγούμε στη θάλασσα. Περνώντας μέσα από τις «ζίγριες» στην πλαγιά βρίσκαμε σκελετούς ζαρκαδιών στα μικρά ξέφωτα και σε κάποιο σημείο, εκεί που άνοιγε ο τόπος και αντικρίσαμε τη θάλασσα, βρήκαμε ένα ζευγάρι κέρατα ελαφιού, πολύκλωνα και ξασπρισμένα από τα χρόνια, αλλά κρίναμε ότι δεν ήταν η ώρα να τα κουβαλήσουμε και τ’ αφήσαμε εκεί για μια άλλη φορά, βέβαιοι ότι θα εύκολα θα βρίσκαμε το μέρος όταν θα ξαναπηγαίναμε όπως και έγινε, αλλά το δάσος με τις κουμαριές και τα άλλα πλατύφυλλα πυκνό, αποδείχτηκε ικανότερο από μας και φύλαξε τα κέρατα, για δικά του. Πήγαμε αλλά ούτε το μέρος ξαναβρήκαμε. Από κει η θάλασσα ήταν μπροστά μας κι’ ο «Αρμενιστής» απρόσωπος τότε, άγνωστος, παρθένος και απάτητος, μας υποδέχτηκε εν σιωπή, με έναν πλατανίσιο κορμό να λιάζεται στην πεντακάθαρη αμμούδα και μερικούς γλάρους να φλυαρούν επάνω του. Είδαμε τον τόπο, βρήκαμε και έναν μπάρμπα από τη Σάρτη που ύστερα από μισό αιώνα ξέχασα το όνομά του. Ο μπάρμπας είχε κοσίσει το χορτάρι από το παραλιακό λιβάδι, και ξερό το είχε δέσει σε δεμάτια, στοιβαγμένα δίπλα στο κύμα έτοιμα να τα φορτώσει στο μικρό πλεούμενο που θάρχονταν και θα έπαιρνε κι’ εμάς για τη Σάρτη. Έτσι είχαμε συνεννοηθεί, κι΄έτσι έγινε, αφού μόλις έγειρε ο ήλιος κατά τη μεριά της Βουρβουρούς, φάνηκε το καΐκι, στο οποίο φορτώσαμε το χορτάρι και αναχωρήσαμε για τη Σάρτη, και το βράδυ φιλοξενηθήκαμε στο σπίτι του «καπετάνιου» ώρα του καλή όποιος και να ήταν. Από τη Σάρτη, εκείνο που θυμούμαι όταν πήγα για πρώτη φορά, ήταν η ερημιά στο χωριό και η απουσία νέων αντρών, αφού όπως έμαθα, όλοι ή οι περισσότεροι, «δούλευαν» απέναντι στα μοναστήρια και το μεροκάματο ήταν δεκατέσσερις δραχμές συν το φαγητό και τη διαμονή. Η τιμή δε του ούζου με πλούσιο ψαρομεζέ και χταπόδι λιαστό, ήταν μισή δραχμή, και παρά την κούραση, είπαμε αρκετές φορές, «φέρε μας ακόμα από ένα». Την άλλη μέρα με φορτηγό( του Γκουντά; Είχε γούστο να το θυμούμαι. . . !!! ) πήγαμε στη Συκιά όπου είχαμε επαφή με τον πρόεδρο και το συμβούλιο τού επί χρόνια «εν υπνώσει» τελούντος Δασικού συνεταιρισμού και πήραμε τη θετική τους απάντηση για την περίπτωση που θα εγκρίνονταν η υλοτομία της καψάλας του Δραγκουντέλη. Πήγαμε στο Μαρμαρά, κι’ από κει έγιναν οι απαραίτητες ενέργειες εκεί που έπρεπε, στις αρμόδιες διευθύνσεις του υπουργείου και περιμέναμε, πότε θα έφτανε η έγκριση του πολυπόθητου «πίνακος υλοτομίας» για τα καψάλια του Δραγκουντέλη. Πέρασε ο καιρός και ξαναπήγαμε στον Δραγκουντέλη, πάλι με τον Τάσο τον Καράβατο, αλλά αυτή τη φορά, πήγαμε για «εγκατάσταση» του Δασικού Συνεταιρισμού Συκιάς, έχοντας την έγκριση για την υλοτομία της «Καψάλας». Γέμισε το βουνό κόσμο, και το «Στοκ» στην είσοδο της Συκιάς δε χωρούσε τα καυσόξυλα που κατέβαζε με τα μουλάρια ο Συνεταιρισμός. Έπεσαν χρήματα στο χωριό, παρατηρήθηκε κίνηση, και το σπουδαιότερο, σταμάτησαν οι κάτοικοι να υλοτομούν τα τεράστια πεύκα που κόντευαν να εξαφανιστούν. Βέβαια όσο διαρκούσε η υλοτομία της «Καψάλας» πήγαμε κι’ άλλες φορές «επάνω», και πάντα με τα πόδια. Αλλά ήταν πιο πολύ «περιοδείες» για έλεγχο και οδηγίες. Η πρώτη μετάβαση ήταν η σπουδαιότερη, γιατί είχε πρακτικά αποτελέσματα, «απέδωσε». Κι’ αυτό χάρη στην παρατηρητικότητά μας, που είδαμε τα «καψάλια» να «ίστανται» ανεκμετάλλευτα και «οδεύοντα προς σήψιν». Είχε ένα πανδοχείο τότε η Συκιά, κι’ εκεί μέναμε. Είχε όμως και καφενέδες με άφθονο τσίπουρο, με λιαστά χταπόδια και άλλα , είχε και μερακλήδες, είχε και γραφικούς τύπους , αλλά θυμούμαι μόνο το μακαρίτη πια τον Σιμ΄τσή ο οποίος κάθε φορά καθόταν απροσκάλεστος στην παρέα. Το κέρασμα όμως το τιμούσε, και μάλιστα με τραγούδια αυτοσχέδια. Ήταν παραπάνω από γραφικός ο μακαρίτης. Ήταν ο άνθρωπος που σκόρπιζε χαμόγελο γύρω, κάτι που το είχε ανάγκη ο κόσμος τότε, και όλοι μας.. . . Και τόχουμε ανάγκη και τώρα το χαμόγελο. . . Τώρα μάλιστα περισσότερο. . . Χαιρετίσματα λοιπόν στον Δραγκουντέλη και στα πέριξ, έτσι αόριστα, γιατί είναι μάλλον απίθανο να θυμάται κάποιος, μα δεν πειράζει κι’ αν δεν. . . . .Το χρέος μας κάναμε. . Όμως, όμως,. . . αν παρ’ ελπίδα κάποιος κάτι θυμάται, ας στείλει ένα χαιρετισμό. Θα το χαρώ πολύ. Είναι ανθρώπινο να χαίρεσαι με τέτοια. Βαγγέλης Μαυροδής, απ’ το Νεοχώρι, (Χαρδαλούπας τότε), σήμερα συνταξιούχος δασονόμος. Σήμερα. . . Ύστερα από μισό αιώνα.
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Χολομώντας" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
