
Σήμερα, Κυριακή προ της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού τιμάταιη μνήμη του Εθνομάρτυρα Μητροπολίτη Χρυσοστόμου Σμύρνης.
Διαβάστε ένα ενδιαφέρον αφιέρωμα
Του Σαράντου Καργάκου
Έπρεπε
να περάσουν ακριβώς 70 χρόνια από το μαρτυρικό τέλος του
εθνομάρτυρος Μητροπολίτου Σμύρνης Χρυσοστόμου (1922-1992) για να
αποφασισθή από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος -στη
σύνθεση της οποίας είχαμε το ακριβό προνόμιο να μετέχουμε κατά
αγαθή συγκυρία- η κατάταξη στη χορεια των εθνο-ιερομαρτύρων τόσον
του αγίου τούτου Ιεράρχου, όσον και των μετ' αυτού μαρτυρησάντων
ετέρων 4 Ιεραρχών...

του Μοσχονησίων Αμβροσίου, Κυδωνιών Γρηγορίου,
Ικονίου Προκοπίου και Ζήλων Ευθυμίου, καθώς και πολλών άλλων
κληρικών και χιλιάδων απλών λαϊκών Ελλήνων
ορθοδόξων Χριστιανών, που έπεσαν σφαγιασθέντες αδίκως και
τυραννικώς υπό την μάχαιραν του αδυσωπήτου Τούρκου επιδρομέως.
Εγράφαμε τότε σε κύριο άρθρο μας στήν «Πληροφόρηση»,
δημοσιογραφικό όργανο της Ι. Μητροπόλεώς μας, μεταξύ άλλων και τα
εξής: «Πρώτη σέ θυσίες η Εκκλησία μας, πρόσφερε στο βωμό του
χρέους Ιεράρχες, πρεσβυτέρους, διακόνους, μοναχούς και χιλιάδες
πιστούς, που έπεσαν κάτω από το φάσγανον ανηλεούς δορυκτήτορος.
Πολλοί μπορούσαν να σωθούν, αλλά δεν ηθέλησαν. Πρώτος ο Σμύρνης
Χρυσόστομος, του οποίου η αρχιερατική Μίτρα, χωρίς να χάσει τη
λαμπηδόνα των λίθων της, έγινε -όπως το προείπεν ο ίδιος-
ακάνθινος στέφανος μάρτυρος Ιεράρχου. Και μαζί του άλλοι, και
άλλοι πολλοί. Στη συνείδηση του λαού του Θεού όλοι αυτοί είναι
μάρτυρες της Πίστεως και της Πατρίδος. Άξιοι της ιστορίας μας και
των όρκων τους. Έπεσαν υπερασπιζόμενοι αξίες και ιδανικά
απαράγρατττα. Που δεν πρέπει ποτέ να λησμονήσωμε...».
Πράγματι. Η
Εκκλησία επεσφράγισε με την περί αγιοκατατάξεως απόφασή της τη
συνείδηση του λαού, που είχεν από της επομένης της Τραγωδίας
εκείνης μυστικά ανακηρύξει ως αγίους τα θύματα της Καταστροφής.
Της Καταστροφής που σε μέγεθος και συνέπειες για τον
Ελληνισμό αμιλλάται, αν δεν την υπερβαίνει, την άλλη μεγάλη εθνική
μας Τραγωδία, την Άλωση της Πόλεως. Η ατυχής έκβαση της
Μικρασιατικής εκείνης εκστρατείας, οφειλομένη κυρίως στα ιδικά μας
λάθη αλλά και στην προδοτική στάση των δήθεν φίλων και συμμάχων
μας, ξερρίζωσε τον Ελληνισμό από τις προαιώνιες εστίες του, την
Ιωνία, την Ανατ. Θράκη, τον Πόντο και έφερε τους επιζήσαντες
καταδιωγμένους, ρακένδυτους, με την ψυχή στο στόμα, ως πρόσφυγες
υπό λίαν δυσμενείς συνθήκες στην Ελλάδα, ενώ εκατομμύρια αδελφοί
μας άφησαν την τελευταία πνοή των στα πατρογονικά και άγια χώματα
της Μ. Ασίας, άδολα θύματα της διεθνούς διπλωματίας των χριστιανών
συμμάχων. Σφαγές, αγχόνες, ατιμώσεις, λεηλασίες περιουσιών είναι
τα θλιβερά στοιχεία που συνθέτουν το νεώτερο μαρτυρολόγιο του
Έθνους μας.
Θύματα της Τραγωδίας εκείνης επίλεκτα, υπήρξαν τα στελέχη
της Εκκλησίας μας, εναντίον των οποίων εστράφη η μήνις των
βαρβάρων. Και πολλές άλλες χιλιάδες βεβαίως αδελφών μας εδοκίμασαν
τον φρικτόν θάνατον του μαρτυρίου. Κορυφαίοι όμως ανεδείχθησαν οι
Ιεράρχες μας, πού δεν εδέχθησαν, παρά τις περί του αντιθέτου
προτροπές, να εγκαταλείψουν το ποίμνιόν των κατ' εκείνες τις
δραματικές στιγμές, αλλ' αντιθέτως ακολουθούντες το πρότυπον του
καλού Ποιμένος, όστις «την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων»,
και αυτοί εθυσίασαν την ζωήν των πρώτοι μεταξύ πάντων, διδοντες
έτσι λαμπρό παράδειγμα θυσίας και αυταπαρνήσεως. Άλλοι απ' αυτούς
εσταυρώθησαν, άλλοι επεταλώθησαν, άλλοι ετάφησαν ζωντανοί,
άλλοι έσκασαν, άλλοι εσύρθησαν σε δεσμωτήρια, άλλοι
ελυντσαρίσθησαν από τον όχλο, όπως ό άγιος Χρυσόστομος. Όλοι τώρα
σελαγίζουν στο πνευματικό στερέωμα των αγίων της Εκκλησίας μας
«θύματα άμωμα Χριστού, Θεόν γινώσκοντα και Θεώ γινωσκόμενα».
Σκιά ωστόσο στην αγιοκατάταξη του Μητροπολίτου Σμύρνης
Χρυσοστόμου έρριψεν η καταγγελία ότι ο μάρτυς Ιεράρχης υπήρξε
μασόνος, μέλος τής Στοάς «Ιωνία» Σμύρνης κατά τα έτη 1919-1922.
Εκτενή απάντηση στην κατηγορία εδώσαμε και εμείς από των στηλών
της «Εκκλ. Αλήθειας» (16-12-92) ισχυριζόμενοι ότι, και αν ακόμη
γίνει δεκτόν ότι όντως υπήρξε μασόνος ο άγιος -πράγμα που
αμφισβητείται ζωηρώς-, το μαρτυρικό του τέλος λειτουργεί, κατά την
παράδοση της Εκκλησίας μας ως λουτρό βαπτίσματος. Στο ορθόδοξο
Αγιολόγιο έχουμε αναγνώριση ως αγίων ανθρώπων που εμαρτύρησαν υπέρ
Χριστού, έστω και αν ήσαν αβάπτιστοι. Και ο άγιος Σμύρνης
Χρυσόστομος εμαρτύρησεν όχι μόνο υπέρ Πατρίδος αλλά και υπέρ
Πίστεως. Όσοι γνωρίζουν τις συνθήκες υπό τις οποίες ωδηγήθη στο
μαρτύριο ο αοίδιμος είναι σε θέση να αντιληφθούν ότι,
α) Ο Χρυσόστομος συνεκέντρωνε τη μήνι των Τούρκων, επειδή
ήτο ο πνευματικός ηγέτης των Ρωμηών, μια και ήσαν ανύπαρκτοι οι
πολιτικοί των ηγέτες. Γι' αυτό και πιστεύω πως, εάν ο Χρυσόστομος
δεν ήτο Ιεράρχης, θα ήτο δυνατόν να μη σφαγιασθή.
β) Εάν ο Χρυσόστομος δεν ήτο Ιεράρχης αλλά πολιτικός ή έστω
και εθνικός ηγέτης των Ρωμηών, όταν όλοι οι άλλοι «ηγέτες» των
Ελλήνων στη Σμύρνη εφρόντιζαν τα της διαφυγής και σωτηρίας των, θα
ηκολούθει και αυτός, αντί να προκρίνει την παραμονή που
ισοδυνάμει με παράδοση σε εκούσιο θάνατο. Αν με άλλα λόγια ο άγιος
ιερομάρτυς Χρυσόστομος ενδιεφέρετο μόνο για την Πατρίδα δεν θα
ήτο κουτός να παραμείνει στη θέση του για να σφαγιασθή δωρεάν και
άνευ λόγου, μια και η υπόθεση της Πατρίδος είχε πλέον χαθή.
Έμεινεν όμως, διότι ήτο ο πνευματικός Ποιμενάρχης του λαού του και
εθυσιάσθη, τολμώ να πω, πρώτα υπέρ Πίστεως και ύστερα υπέρ
Πατρίδος.
Η προσωπικότης εξάλλου του Χρυστοστόμου πρέπει να κριθή όχι
από μεμονωμένα περιστατικά, αλλά από την εκτίμηση όλων συλλήβδην
των στοιχείων που τη συνθέτουν. Παρακολουθώντας κανείς την από
παιδικής ηλικίας πορείαν του διαπιστώνει ότι από βρέφους έλαβε την
κλίση προς την ιερωσύνη, διό και ηκολούθησε τον δρόμον της
αφιερώσεως σπουδάσας στη Σχολή της Χάλκης και διαπρέψας ως
ιεροκήρυξ και διδάσκαλος των ορθοδόξων δογμάτων. Υπήρξε και
συγγραφεύς αξιολόγων πνευματικών βιβλίων και άρθρων πνευματικής
οίκοδομής, που τον καθιέρωσαν ως κατηχητή και διδάσκαλο της
αληθείας. Το μαρτύριό του δεν υπήρξεν αποτέλεσμα τύχης. Το
επεδίωξεν απ’αρχής της ιερατικής του διακονίας ως λάτρης Χριστού
και Ελλάδος. Δεν επρόδωσε την πίστη του ούτε την ετοποθέτησε σέ
δευτερεύουσα μοίρα. Υπήρξεν εκκλησιαστικός ανήρ που
προσηύχετο, που ησκείτο, που εδιώκετο, που εξωρίζετο, πάντοτε
εξαιτίας της Πίστεώς του. Το φρόνημά του όμως υπήρξε πάντοτε
ακμαίο, δεν υπέστειλε τη σημαία του χρέους, δεν «εκιότεψεν» εμπρός
στις δυσκολίες. Αντλούσε δύναμη από τον ίδιο τον Χριστό, όπως
έπρατταν και όλοι οι άγιοι μάρτυρες της Εκκλησίας μας, μικροί και
μεγάλοι.
Στη Ν. Ιωνία μας έχομε χιλιάδες προσφύγων εκ Σμύρνης, που
στα οικιακά των εικονοστάσια, δίπλα στις άλλες άγιες εικόνες έχουν
τοποθετήσει τη φωτογραφία του Μητροπολίτου των στη Σμύρνη, του
μακαριστού Χρυσοστόμου, προ της οποίας ανάβουν καντήλι και καίνε
θυμίαμα. Ο λαός τον επίστευσεν εξ αρχής ως άγιο μάρτυρα και
εξακολουθεί να τον πιστεύει. Γι' αυτό κι εμείς καθιερώσαμε τον
τακτικό εορτασμό της άγιας μνήμης αυτού και των συμμαρτύρων του
από το 1992 ανελλιπώς με επίκεντρο τον Καθεδρικό ιερό ναό
Ευαγγελιστρίας Ν. Ιωνίας, όπου έχει φιλοτεχνηθή η ιερά εικών των
μαρτύρων που λιτανεύεται μετά τη Θ.Λειτουργία κατά μήνα
Σεπτέμβριο. Η καθιέρωση του εορτασμού αυτού που τελείται κατ' έτος
με τρόπο πανηγυρικό και μέ συμμετοχή χιλιάδων λαού
πλαισιούμενος από παραδοσιακές εκδηλώσεις στον περίβολο του ναού,
εκίνησε και πάλι τη μήνι μερικών ακραίων ορθοδόξων που είχαν την
αξίωση, επειδή εκείνοι επίστευαν πως δεν είναι Άγιος ο Χρυσόστομος
ότι θα έπρεπε οι πάντες να πειθαρχήσουμε στη γνώμη τους.
Προς αυτούς απευθυνθήκαμε το 1994 («Πληροφόρηση» Σεπτέμβριος 1994) και τους είπαμε με αγάπη ότι:
α) Τον Χρυσόστομον Σμύρνης ανεκήρυξεν άγιο η Εκκλησία διά
της Ι. Συνόδου λαβούσα υπ’ όψιν την Αγία βιοτή του, τις συνθήκες
του μαρτυρικού του θανάτου, και την ουσιαστική αναγνώρισή του ως
μάρτυρος παρά του μικρασιατικού κυρίως αλλά και του μητροπολιτικού
ελληνικού λαού. Ανεγράφη μάλιστα ότι σε πολλά σπίτια της
Ν.Ιωνίας, Βόλου και Αθηνών, όπου κατοικούν Σμυρναίοι πρόσφυγες, η
φωτογραφία του μητροπολιτου Χρυσοστόμου ήτο και εξακολουθεί να
είναι τοποθετημένη μαζί με τα εικονίσματα.
β) Η περί μασονικής ιδιότητος του αειμνήστου Ιεράρχου είδηση
ήλθε προσφάτως στο φως με διάφορα δημοσιεύματα. Όμως εδόθη από
αρμοδίους παράγοντες η δέουσα απάντηση, ότι δηλ. πρόκειται περί
αδεσπότου φήμης, η οποία δεν έχει επιβεβαιωθή. Δεν είναι δε αρκετή
η μαρτυρία των ιδίων των μασόνων ότι ο Ιεράρχης ήτο μέλος των,
διότι τούτο έχει πολλάκις λεχθή για πολλούς και έχει αποδειχθή
αναληθές.
γ) Εγράφη επίσης ότι και αν ακόμη είναι αληθής η τοιαύτη
είδηση, θα πρέπει να ληφθούν υπ' όψιν τα εξής: αα) ότι η μασονία
μόλις το 1933 κατεδικάσθη από την Εκκλησία μας ως χωριστή θρησκεία
ασυμβίβαστη με το Χριστιανισμό και επομένως διευκρινίσθη ότι
είναι ασυμβίβαστες οι ιδιότητες του χριστιανού και του μασόνου και
ββ) ότι το μαρτύριο του αίματος αποπλύνει κάθε αμαρτία.
δ) Είναι ασεβής και αντιεκκλησιαστική η αξίωση των
διαφωνούντων να παύσομε να εορτάζομε τον Σμύρνης Χρυσόστομον ως
άγιον, όταν η Εκκλησία η ίδια συνεχίζει να τον θεωρεί άγιο. Εάν
ποτέ η Εκκλησία ελέγχουσα τις διδόμενες πληροφορίες ως αληθείς
αποφασίσει να διαγράψει τον Χρυσόστομον Σμύρνης από τις δέλτους
των αγίων της, τότε υποχρεούμεθα να σταματήσομε κι εμείς να τον
τιμώμεν ως άγιον. Πριν συμβή αυτό, κανείς δέν έχει τέτοιο
δικαίωμα, να συμπεριφέρεται δηλ. αυστηρότερα από όσο
συμπεριφέρεται η Εκκλησία.
ε) Όσοι έχουν στοιχεία που αποδεικνύουν τον ισχυρισμόν τους
περί της μασονικής ιδιότητος του αγίου Χρυσοστόμου Σμύρνης, αντί
να επιτίθενται εναντίον εκείνων που πιστοί στην Εκκλησία, τιμούν
τη μνήμη του, είναι προτιμότερο να τα θέσουν υπ’ όψιν της
Εκκλησίας και να ζητήσουν την επανεξέταση της υποθέσεως υπό το φως
των νεωτέρων στοιχείων.
Εμείς εξακολουθούμεν, όσον καιρό θα ισχύει η απόφαση της
Εκκλησίας, να τιμώμεν ως Άγιον τον Χρυσόστομον και να ζητούμεν τις
πρός Κύριον ικεσίες του εις ουδέν λογιζόμενοι τις αντιδράσεις και
κυρίως τις υποδείξεις ότι αντί της Εκκλησίας πρέπει να υπακούομε
μάλλον στους υποδεικνύοντες την αλλαγήν της στάσεώς μας. Άλλωστε
όλη η Εκκλησία μας, κλήρος δηλ. και λαός, δεν φαίνεται να
συμμερίζεται, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, τις επιφυλάξεις που
διατυπώνουν οι διαφωνούντες, τους οποίους και αντιπαρέρχεται χωρίς
να τους υπολογίζει.
Η Εκκλησία και το Έθνος οφείλουν να ενθυμούνται, να μη
λησμονούν. Να ενθυμούνται, αλλά να μην πενθούν. Γιατί οι άγιοι
μάρτυρες πέρασαν στήν αθανασία και δεν έχουν πια ανάγκην από τους
θρήνους μας ούτε από τις θριαμβολογίες μας. Εμείς πρέπει να
σιωπήσουμε για λίγο σκεπτόμενοι κι εμάς και τα παιδιά μας. Η
κατάντια μας σήμερα είναι μεγάλη, οι ιδέες μας μικρομεσαίες, τα
όνειρά μας νανώδη. Ένα απονευρωμένο πλήθος από μικρούς σε όλα:
μικρόψυχους, μικρόνοες, μικροπρεπείς, μικροχαρείς. Σήμερα έχουμε
ανάγκη από ερείσματα, για να ξαναβρεθούμε γερά στηριγμένοι και να
μη διαλυθούμε. Είμαστε ένας λαός παρορμητικός, που εύκολα
παρασυρόμεθα και ατυχούμε. Μας χρειάζεται η παράδοση της
ελληνορθοδοξίας μας, ο αδαπάνητος πλούτος της, για να μην
πτωχεύσουμε σφόδρα. Γαντζωμένοι στην πίστη μας, γνώστες της
ιστορίας μας, συνεπείς στην παράδοσή μας είμαστε ένας γίγας, που
προξενεί τρόμο στους εχθρούς του.
Η τοπική μας Εκκλησία και ο ετήσιος εορτασμός της μνήμης των
αγίων εθνο-ιερομαρτύρων της Μικρασίας, με κορυφαίο τον άγιο
Σμύρνης Χρυσόστομο, προσφέρουν στο λαό μας ένα βάθρο στήριξης. Οι
άνεμοι της αρνήσεως πνέουν με σαρωτική δύναμη και στο πέρασμά των
ξερριζώνουν παμπάλαια δένδρα ζωής. Εμείς ξαναφυτεύομε όσα έπεσαν
και στηρίζουμε όσα κινδυνεύουν. Αυτό μας επιβάλλει το χρέος τούτη
τη δραματική ώρα, που όλα σείονται και καταρρέουν. Με επίγνωση και
ενσυνείδητη προσοχή συντηρούμε την πίστη και την ιστορική μνήμη
ξαναχαρίζοντας στους εαυτούς μας τα εξαγιασμένα πρότυπα της αρετής
και της φιλοπατρίας.
Το κείμενο που ακολουθεί είναι η βαθυνούστατη ομιλία που
εξεφώνησε τον Σεπτέμβριο 1992 στη Ν. Ιωνία ο ρέκτης ιστορικός
συγγραφεύς κ. Σαρ. Καργάκος, εκπληκτικός αναλυτής της ιστορίας και
εκλεκτός προσκεκλημένος μας στον παλλαϊκό εορτασμό του αγίου
Χρυσοστόμου Σμύρνης κατά το έτος αυτό. Τα μηνύματα της ομιλίας
εκείνης παραμένουν ακόμη ανεξίτηλα γραμμένα στη μνήμη όσων είχαμε
την ευτυχία να την ακούσουμε. Η δημοσίευσή της στον τόμο αυτόν
είναι μια πολύτιμη, όπως πιστεύουμε, προσφορά στο λαό μας, που του
την οφείλομεν. Παραλλήλως δημοσιεύεται και η μεστή σε γόνιμα
ερεθίσματα προσφώνηση του αιδεσιμολογιωτάτου Πρωτ. Θωμά Συνοδινού,
Γεν. Αρχιερατικού μας Επιτρόπου και ιερατικώς προϊσταμένου του ι.
Καθεδρικού ναού Ευαγγελιστρίας Ν. Ιωνίας Βόλου, που με
μεράκι και ζήλο επιμελείται κατ’ έτος του εορτασμού των
Μικρασιατών νεομαρτύρων στην ενορίαν του. Αμφοτέρους ευχαριστώ και
από τη θέση αυτή.
+ Ο Δημητριάδος Χριστόδουλος
Πρόλογος
Σε εμπνευσμένο άρθρο του, που δημοσιεύθηκε σε κυριακάτικη
εφημερίδα των Αθηνών(1) ο σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Δημητριάδος
κ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ, αναφερόμενος στον εθνομάρτυρα Σμύρνης Χρυσόστομο,
με συγκρατημένη οργή έγραψε:
«Προχθές μόλις ο υπουργός της Παιδείας κ. Σουφλιάς,
δικαιολογώντας την αποτυχία των μαθητών στο μάθημα της Εκθέσεως Γ'
Δέσμης στη διάρκεια των Πανελλαδικών Εξετάσεων, είπεν ότι οί
μαθητές αστόχησαν δικαίως, διότι τους εζητήθη να περιγράψουν
πρότυπα ζωής που η κοινωνία μας δεν προσφέρει. Και όμως τα πρότυπα
υπάρχουν, με τη διαφορά ότι τα έχουν μερικοί καταδικάσει σε
αφάνεια. Τα αληθινά πρότυπα έχουν παραμερισθεί και αντ' αυτών
προβάλλονται ως πρότυπα η Νταϊάνα Ρός μόνον και ο Σιλβέστρε
Σταλλόνε ή και ό Ριτς της «Τόλμης και Γοητείας». Είναι έγκλημα να
έχουμε σαν έθνος, σαν Γένος πρότυπα διαχρονικής αξίας πεταμένα στα
αζήτητα των εθνικών μας παρακαταθηκών. Η Εκκλησία τουλάχιστον δεν
δικαιούται να σιωπά. Και ήδη ανοίγει την αυλαία της για να
παρουσιάσει στο προσκήνιο, με τον φωτοστέφανο της αγιότητος και
της προς τον Θεόν παρρησίας, τους αλησμόνητους ήρωες, τα πρότυπα
που μας λείπουν, που μας έλειψαν».
Μακάρι να γίνει έτσι, αλλά μέχρι χθές δεν ήταν έτσι, με
εξαίρεση ορισμένους φωτισμένους κληρικούς. Η Εκκλησία μας πρέπει
ν' αγρυπνεί και ν' ανησυχεί για το τι διδάσκονται οι νέοι στα
σχολεία μας. Έπρεπε ν' αντιδράσει δυναμικά και μαχητικά όταν προ
δεκαετίας αφαιρέθηκε από το βιβλίο Δέσμης της Γ' Λυκείου το
κεφάλαιο του «Νεοελληνικού Διαφωτισμού», ίσως διότι οι κυριώτεροι
από τους μνημονευόμενους σ' αυτό εκπροσώπους ήσαν κληρικοί! Η
Εκκλησία μας αγνοεί ότι και τώρα, μετά την επανεισαγωγή του
κεφαλαίου, πουθενά δεν αναγράφεται ότι ο Ιώσηπος Μοισιόδαξ ήταν
ιεροδιάκονος και ότι οι θρυλικοί Δημητριείς, οι συγγραφείς της
«Γεωγραφίας Νεωτερικής», ήσαν κληρικοί! Η Εκκλησία μας αγνοούσε
ότι το αποσυρθέν προσφάτως βιβλίο της Γ' Γυμνασίου αφιέρωνε στον
ηγούμενο Γαβριήλ και το Αρκάδι μισή αράδα! Αλλά και σήμερα
σιωπά, όταν το βιβλίο Δέσμης στό οποίο εξετάζονται χιλιάδες παιδιά
γράφει για τον εθνομάρτυρα Χρυσόστομο μόνο τα ακόλουθα: «Τα
θύματα υπήρξαν μυριάδες, ανάμεσά τους και ο μητροπολίτης Σμύρνης
Χρυσόστομος» (σελ. 342) και παραπέμπει σε πηγή, η οποία περί του
μαρτυρίου του δεν λέγει τίποτα!
Αυτά λοιπόν που δεν τολμούν ή δεν θέλουν να πουν τα επίσημα
βιβλία μας, θα τολμήσουμε εμείς να πούμε εδώ στη φιλόξενη αυτή
γειτονιά της πάντα νέας Ιωνίας- προσκαλεσμένοι από την τοπική
Εκκλησία σας. Υπήρξε βαρύ το τίμημα που πλήρωσε ο ελληνικός κλήρος
στη διάρκεια του μικρασιατικού πολέμου, ιδίως μετά το σπάσιμο του
ελληνικού μετώπου στο Αφιόν Καραχισάρ την μοιραία εκείνη ημέρα
της 13ης Αυγούστου 1922. Από τους 450 κληρικούς της επαρχίας
Σμύρνης οι 347 βρήκαν οικτρό θάνατο. Από τους ιεράρχες, εκτός από
τον Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο, εμαρτύρησαν ο Μοσχονησίων
Αμβρόσιος, που τον έθαψαν ζωντανό, ο Κυδωνιών Γρηγόριος, που τον
πετάλωσαν, ο Ζήλων Ευθύμιος και ο Ικονίου Προκόπιος, που τον
έσφαξαν. Τον αρχιερατικό επίτροπο Μπουτζά, τον Αρχαντζικάκη, τον
σούβλισαν, τον διάκονο Γρηγόριο της Αγίας Άννας του Κορδελιού
τον έκαψαν ζωντανό και τον ιερέα Μελέτιο του ναού της
Ευαγγελιστρίας τον σταύρωσαν σ' ένα πεύκο. Περίπου 2.500 εκκλησίες
μεταβλήθηκαν σε ερείπια, σε τζαμιά, στάβλους, αποθήκες και
τεκέδες (=ιεροσπουδαστήρια).
Σήμερα οι τοπικές Εκκλησίες μας πήραν την πρωτοβουλία να
τιμήσουν ως μάρτυρες αγίους τους μικρασιάτες κληρικούς που έπεσαν
θύματα της τουρκικής θηριωδίας. Προχθές 10 Σεπτεμβρίου η Κόρινθος
και σήμερα 12 Σεπτεμβρίου η Νέα Ιωνία Βόλου υπό την σκέπη του
Ιερού Ναού της Ευαγγελιστρίας, την οποία έφτιαξαν προτού καν
ριζώσουν στον τόπο αυτό οι Ιωνιώτες πρόσφυγες, τιμούν όχι μόνο ως
μάρτυρες αλλά και ως αγίους τους μικρασιάτες εθνο-ιερομάρτυρες,
επικαλούμενες «τις προς τον Κύριον πρεσβείες των», όπως γράφει ο
σεβ. Δημητριάδος. Ξέρουμε τη δύσκολη θέση του Πατριαρχείου, που
λειτουργεί και ιερουργεί μέσα στο στόμα του λύκου. Αλλά η
καθοσίωση του Χρυσοστόμου και των συμμαρτύρων του έχει ήδη
συντελεσθεί μέσα στην πιο μεγάλη Εκκλησία της Ελληνικής
Ορθοδοξίας, την ψυχήν του ορθοδόξου ποιμνίου. Ήδη από το 1923, ένα
χρόνο μετά την τραγωδία, είχε δημοσιευθεί ιερά ασματική ακολουθία
προς τιμήν του Χρυσοστόμου και των ιερομαρτύρων της Μικράς Ασιας.
Συνέβη εδώ ότι και στην περίπτωση του Πατροκοσμά. Η αναγνώριση
της αγιότητός του περνά πρώτα από τη συνείδηση του θρησκευομένου
λαού και μετά επικυρώνεται τυπικά από την επίσημη Εκκλησία.
__________________________
Τα πρώτα χρόνια
Ο Χρυσόστομος γεννήθηκε το 1867 στην κωμόπολη Τρίγλια της
Προποντίδος κοντά στα Μουδανιά εκεί όπου στις 30 Σεπτεμβρίου 1922
υπογράφτηκε η ομώνυμη επαίσχυντη ανακωχή, η οποία επεσφράγιζε τη
μεγαλύτερη ιστορική τραγωδία του Ελληνισμού: εγκατάλειψη της Μ.
Ασίας και της Ανατ. Θράκης. Γονείς του Χρυσοστόμου ήσαν ο Νικόλαος
Καλαφάτης και η Καλλιόπη Λεμωνίδου. Το ζεύγος απέκτησε 8 παιδιά, 4
αγόρια και 4 κορίτσια. Από τ' αγόρια επέζησαν ο πρωτότοκος
Ευγένιος (γεννήθηκε το 1865) και ο Χρυσόστομος. Ο Ευγένιος
συμπαραστάθηκε στον νεώτερο αδελφό του σ' όλη τη διάρκεια του
πολυτάραχου βίου του και τελικά τον ακολούθησε έως το μαρτύριο. Ο
Νικόλαος Καλαφάτης είχε γνώση του οθωμανικού δικαίου και
αντιπροσώπευε τους συμπολίτες του στα τουρκικά δικαστήρια.
Αγαπούσε ακόμη την εκκλησιαστική μουσική και είχε ανάμιξη στα
κοινά και γι' αυτό εξελέγετο δημογέροντας. Η σύζυγός του Καλλιόπη
ήταν μια ευλαβής γυναίκα. Αυτή έταξε τον Χρυσόστομο στην Παναγία
την ημέρα των Φώτων του 1868, όταν είχε επισκεφθεί την Τρίγλια ο
Μητροπολιτης Προύσας.
Το ζεύγος Καλαφάτη, παρά την μέτρια οικονομική του
κατάσταση, ανέθρεψε με επιμέλεια τα παιδιά του. Πρώτοι δάσκαλοι
του Χρυσοστόμου στην Τρίγλια ήσαν ο αρχιμανδρίτης και μετέπειτα
μητροπολίτης Ιωαννίκιος για τα εκκλησιαστικά, ο Γαζής για τα
ελληνικά, ο Χριστόφορος Μουμουζής για τα τουρκικά, ο Νικόλαος
Χατζηχρυσάφης για τα γαλλικά και ό Παπα-Θεοδόσης για την
εκκλησιαστική μουσική. Ο βιογράφος του Σπυρίδων Λοβέρδος μας δίνει
το ακόλουθο πορτραίτο του Χρυσοστόμου ως μαθητού: «Αγχίνους,
τολμηρός, φιλόπρωτος, ενθουσιώδης, φιλότιμος, οξύς, επίμονος,
φίλαλος (...). Πάντοτε επέσυρε την αγάπη των διδασκάλων του,
οίτινες προθύμως παρέβλεπον τας εξ αγαθής προθέσεως και ευθείας
συνειδήσεως παρεκτροπάς του»(2).
Ενωρίτατα ο Χρυσόστομος εξεδήλωσε τη διάθεση να γίνει
κληρικός. Ο πατέρας του πώλησε το πατρκό κτήμα της συζύγου του,
για να τον στείλει «εσωτερικόν» στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης (το
δικό του πατρικό κτήμα το είχε πωλήσει για να στείλει τον
πρωτότοκο Ευγένιο στη Μεγάλη του Γένους Σχολή). Ο Χρυσόστομος
έφθασε στη Χάλκη το 1884. Εκεί, όπως λέγει ο ίδιος, «εποτίσθη το
άδολον γάλα της θεοσεβείας και τον γλυκύν χυμόν της γνώσεως».
Διδάσκαλοί του στη Σχολή υπήρξαν ο διευθυντής Γερμανός Γρηγοράς, ο
Φιλάρετος Βαφείδης, μετέπειτα μητροπολίτης Διδυμοτείχου, ο Μιχαήλ
Κλεόβουλος, μετέπειτα μητροπολίτης Σάρδεων, ο Απόστολος
Χριστοδούλου, μετέπειτα μητροπολίτης Σερρών, ο Ευμένιος
Ξηρουδάκης, αργότερα μητροπολίτης Κρήτης, και άλλοι. Κοντά στους
εμπνευσμένους αυτούς διδασκάλους ο Χρυσόστομος ενωτίσθη όχι
μόνο τα θεία ρήματα της θρησκείας μας αλλά και τη διαχρονικότητα
και υπερχρονικότητα του ελληνικού πνεύματος, του υπό δουλείαν
ζώντος, δρώντος και ζωοποιούντος. Όπως έλεγε αργότερα από του
άμβωνος ο ίδιος, «το ελληνικόν πνεύμα ελαξεύθη εις το μάρμαρον,
εσμιλεύθη εις τους θριγκούς των ναών, εχαράχθη εις τον πάπυρον,
έλαμψεν εις τας δέλτους της Ιστορίας, εκράτησε τας επάλξεις του
πολιτισμού, περιεσώθη διά της παραδόσεως και κρύπτεται ακόμη εις
τα σπλάγχνα της γης αναμένον την σκαπάνην του αρχαιολόγου».
Ο Χρυσόστομος συνένωνε μέσα του σαν δύο άξεδιάλυτα στοιχεία
τον ελληνικό λόγο και το χριστιανικό πνεύμα και διαμόρφωνε ένα
ελληνοχριστιανικό ήθος, με κύριο συστατικό την αρετή, υπό την
διττήν αυτής έννοια, ήτοι την αρχαιοελληνική που δηλώνει την τάση
προς ανδροπρεπή τελείωση, αυτό που ο λαός μας λέει «λεβεντιά», και
την χριστιανική, που δηλώνει τη διαρκή και σταθερή τάση του να
θέλεις και να πράττεις το αγαθόν. Και πέρ' από αυτό: ο Χρυσόστομος
εξέφραζε και το ομηρικό ιδεώδες του «λόγων μεν ρητήρ, έργων δε
πρηκτήρ». Εξαίρετος ομιλητής αλλά και εκτελεστής. Δεν ήταν
άνθρωπος μόνο των ωραίων λόγων αλλά και των ωραιων έργων. Η φύση
ακόμη τον είχε προικίσει και με άλλα χαρίσματα: υψηλό και
επιβλητικό παράστημα, ξανθά μαλλιά και γαλανά μάτια. Η μορφή του
είχε, όταν έγινε κληρικός, κάτι το ιεροπρεπές και αρχαιοπρεπές.
Αλλά και η τύχη δεν υπήρξε φειδωλή απέναντί του. Το 1887
επισκέφθηκε τη Σχολή της Χάλκης ο μητροπολίτης Μυτιλήνης
Κωνσταντίνος Βαλιάδης και εζήτησε να γνωρίσει τον πρωτεύοντα σε
επιδόσεις σπουδαστή. Ο Γερμανός Γρηγοράς του παρουσίασε τον
Χρυσόστομο. Έκτοτε ο μητροπολίτης Μυτιλήνης έγινε εγγυητής, ήτοι
κηδεμόνας του Χρυσοστόμου. Εκάλυπτε τα έξοδά του και
παρακολουθούσε τις επιδόσεις του. Ο Χρυσόστομος τελείωσε τις
σπουδές του με «άριστα».
Ο Μητροπολίτης Κωνσταντίνος τον χειροτόνησε διάκονο μέσα στη
Σχολή και αμέσως τον προσέλαβε ως αρχιδιάκονο στη Μητρόπολη
Μυτιλήνης και μετά στη Μητρόπολη Εφέσου, όπου μετατέθηκε. Κοντά
στον μητροπολίτη Κωνσταντίνο ό Χρυσόστομος εδιδάχθη πολλά. Πέρα
από τις χριστιανικές αρετές, καλλιέργησε το οργανωτικό πνεύμα και
απέκτησε διοικητική πείρα, στοιχεία που αργότερα τον βοήθησαν
σημαντικά. Η θεολογική κατάρτιση αλλά και το επιθετικό πνεύμα του
έλαμψαν για πρώτη φορά δημοσίως το 1896. Οι καθολικοί καλόγεροι
της Μονής των Λαζαριστών της Σμύρνης, αυτοί που κατά την ίδια
περίοδο με τον διαβόητο Φαβαιριάλ δημιουργούσαν το «κουτσοβλαχικό
ζήτημα» στη Μακεδονία, θέλοντας να προσελκύσουν και να
προσηλυτίσουν το χριστιανικό στοιχείο της Ιωνίας, αγόρασαν κοντά
στην Έφεσο μια τοποθεσία που λεγόταν Καπουλή-Παναγιά και διέδωσαν
ότι βρήκαν εκεί τον τάφο της Παναγίας! Ο αρχιδιάκονος Χρυσόστομος
τους κατετρόπωσε επιστημονικά, με σειρά δημοσιευμάτων του που
εκδόθηκαν σε βιβλίο, με αποτέλεσμα οι Λαζαριστές να υποχωρήσουν
και να υποστηρίξουν ότι δεν πρόκειται περί του τάφου αλλά περί του
οίκου της Θεοτόκου*.Αρκούσαν στο Χρυσόστομο μερικές περικοπές από
εκκλησιαστικούς συγγραφείς για να τους κάνει καταγέλαστους,
πράγμα που επέτρεψε στόν Μητροπολίτη Σμύρνης Βασίλειο να πεισει
τον Ρώσο πρεσβευτή Ζηνόβιεφ να παρέμβει στην Πύλη και να ματαιώσει
το θεατρικό προσκύνημα ενός συρφετού θρησκομανών Καθολικών, υπό
την ηγεσία τριών Καρδιναλίων!
Αλλ' ο νεαρός Χρυσόστομος δεν επαναπαύθηκε στις χλωρές
δάφνες τής πρώτης θεολογικής επιτυχίας του. Μετά από λίγο εκδίδει
ένα δίτομο έργο αποτελούμενο από 1.110 σελίδες με τίτλο «Περί
Εκκλησίας»! Το έργο χωρίζεται σε 4 βιβλία. Το πρώτο πραγματεύεται
τις διαφορές Ορθοδοξίας, Καθολικισμού και Προτεσταντισμού. Το
δεύτερο, την Ομολογία του Πέτρου Μογίλα, ήτοι ανάλυση της
Ορθοδόξου Πίστεως, το τρίτον έλεγχο του Προτεσταντισμού και το
τέταρτο τις πλάνες του Καθολικισμού. Το ογκώδες αυτό σύγγραμμα
αποδεικνύει όχι μόνο τη φιλομάθεια, το ερευνητικό πνεύμα, την
πλήρη γνώση των Γραφών, αλλά και την ανεξάντλητη αντοχή του νεαρού
Ιεροδιακόνου. Όμως εκεί όπου περισσότερο ανεδείχθη και μέχρι
της τελευταίας πνοής ελαμπρύνθη ο Χρυσόστομος ήταν το κήρυγμα.
Κήρυγμα αρμονικό, με λόγο μεστό από υψηλά θρησκευτικά, ηθικά και
εθνικά νοήματα. Μετέτρεψε τον άμβωνα σε έπαλξη. Υπήρξε ο δεύτερος,
μετά τον συνώνυμό του Μεγάλο Πατέρα, «χρυσορρόας ποταμός» της
Εκκλησίας μας. Ένας νεώτερος Δημοσθένης, αλλά χωρίς την πολιτική
μυωπία του αρχαίου. Ο Χρυσόστομος έβλεπε και μακριά και ψηλά.
Στις 2 Απριλίου 1897 ο Μητροπολίτης Εφέσου Κωνσταντίνος
ανεκηρύχθη Οικουμενικός Πατριάρχης. Και στις 18 Μαΐου του αυτού
έτους με δική του εισήγηση προς την Ιερά Σύνοδο χειροτονείται
πρεσβύτερος ο Χρυσόστομος και αμέσως χειροθετείται σε μέγα
πρωτοσύγκελλο του οικουμενικού θρόνου. Αξίωμα σημαντικό και πλήρες
ευθυνών, ιδίως κατά την περίοδο αυτή που έχει εκσπάσει η Κρητική
Επανάσταση, ο ατυχής πόλεμος του 1897, τό επιδρομικό μένος των
Βουλγάρων κομιτατζήδων κατά της Μακεδονίας και έχει άρχισει ν'
αναπτύσσεται η δράση των ρουμανιζόντων και της ουνίας. Από την
άλλη, «ή πανσλαβιστική παλαιστίνειος εταιρεία υπό τον Ποπεδονότσεφ
επεζήτη εις μεν την Βαλκανικήν να αλλοιώση τον ελληνικόν
χαρακτήρα του Αγίου Όρους, εις δε την Ασίαν να μεταβάλη το απ'
αιώνων εθνολογικόν πνεύμα των θρόνων Αντιοχείας και Ιεροσολύμων» .
Ο Πατριάρχης Κωνσταντίνος Ε', προ της δυσμενούς για τον
Ελληνισμό και την Ελληνική Ορθοδοξία τροπής, επέδειξε αξιόλογη
διπλωματική επιδεξιότητα και τόλμη. Το Πατριαρχείο επί αιώνες,
λόγω πολιτιστικής και θρησκευτικής συγγενείας, είχε μια
φιλορρωσική απόκλιση. Αλλ' η Ρωσία, αφ' ότου ενηγκαλίσθη τη
Βουλγαρία και η εξωτερική πολιτική της περιήλθε στα χέρια των
πανσλαβιστών, άρχισε να ενεργεί εις βάρος των συμφερόντων του
Πατριαρχείου και του Ελληνισμού. Ο Πατριάρχης Κωνσταντίνος Ε'
αναγκάσθηκε τότε να στραφεί προς την Αγγλικανική Εκκλησία, η οποία
είχε θέσει σε σύνοδο επισκόπων της το θέμα της ενώσεως των
Εκκλησιών (Ιούλιος 1897 στο Labeth).
Επωφελούμενος από το γεγονός αυτό ο Πατριάρχης ετόλμησε να
συγκαλέσει επιτροπή από Έλληνες και Άγγλους κληρικούς υπό την
προεδρία του πρωτοσύγγελου Χρυσοστόμου για να μελετήσει το ζήτημα
της ενώσεως (3) Παράλληλα, η συμμετοχή του Πατριαρχείου στο πένθος
για το θάνατο της βασίλισσας Βικτωρίας εξασφάλισε ένα ισχυρό
αντιστήριγμα στη χειμαζόμενη Ελληνική Εκκλησία. Ο άγγλος
πρεσβευτής O'Konnor βοήθησε σημαντικά τον Πατριάρχη στήν επίλυση
πολλών εκκρεμών προβλημάτων.
Παρά τα πολλαπλά και δυσανάλογα για την ηλικία του
καθήκοντα, ο τριακονταετής πρωτοσύγκελλος Χρυσόστομος ουδέποτε
ελησμόνησε τα θρησκευτικά του καθήκοντα, κυρίως δε το κήρυγμα.
Κλασικά υποδείγματα θρησκευτικού λόγου είναι οι 6 επιμνημόσυνοι
λόγοι που εξεφώνησε κατά τα έτη 1900-1902 και ιδιαίτερα ο λόγος
προς τον Πατριάρχη Αλεξανδρείας και τέως Κωνσταντινουπόλεως
Σωφρόνιο, που ήταν πνευματικός πατέρας του Κωνσταντινου Ε', και ο
λόγος προς τον Εσταυρωμένο, τον οποίο εξεφώνησε την Μεγάλη
Παρασκευή του 1901. Ο βιογράφος του Χρυσοστόμου Σπυρίδων Λοβέρδος,
που έζησε επί έτη πολλά πλησίον του, αφού εξαίρει το ρητορικό
τάλαντο του Χρυσοστόμου, παρατηρεί: «Επί του άμβωνος ο
Χρυσόστομος είναι χριστιανός προετοιμάζων μάρτυρας, αλλ' είναι
περισσότερον παιδαγωγός χαλυβδώνων καρδίας προς μεγάλας και
ηρωικάς πράξεις». Και αυτό το θείο χάρισμα της παιδαγωγίας εις
ηρωισμόν επεσφράγισε ο Χρυσόστομος με τον ηρωικό θάνατό του. Κι
αυτό ακριβώς είναι που λείπει από τα σχολεία μας σήμερα: ή
παιδαγωγία εις ηρωισμόν. Γι' αυτό τα παιδιά μας λατρεύουν, όπως το
έγραψε στο άρθρο του ο σεβ. Δημητριάδος, τους ήρωες που δεν έχουν
ηρωικό ήθος ή κάποιες τενεκεδεκρόταλες δόξες.
Το 1901 απομακρύνεται από τον Οικουμενικό Θρόνο ο
μετριοπαθής Κωνσταντίνος Ε' και ανέρχεται για δεύτερη φορά στο
πατριαρχικό αξίωμα ο δυναμικός Ιωακείμ Γ', που δίνει στην πολιτική
του Πατριαρχείου έντονο ελληνικό χαρακτήρα και επιθετικό
προσανατολισμό. Αξιοποιεί ό,τι πιό δυναμικό και φλογερό διαθέτει ή
Μεγάλη Εκκλησία και το στέλλει στις περιοχές που κρίνεται η τύχη
του Ελληνισμού. Π.χ. τον εθνομάρτυρα Φώτιο Καλπίδη (1868-1906)**,
στην Κορυτσά, τον εθνομάρτυρα Αιμιλιανό στα Γρεβενά*** και τον
Χρυσόστομο, παρ' όλο που ανήκε στον κύκλο των αντιπάλων του,
προβλέποντας και προλέγοντας την εξέλιξή του, τον κάνει
Μητροπολίτη Δράμας. Η εκλογή του τριακονταπενταετούς Χρυσοστόμου
έγινε παμψηφεί στις 23 Μαΐου 1902. Όταν πήγε ν' αποχαιρετίσει και
ν' ασπασθεί τον Πατριάρχη, αφού άκουσε τις πατρικές συμβουλές του,
απάντησε: «Εν όλη τή καρδία και εν όλη τη διανοία θα υπηρετήσω
την Εκκλησίαν και το Γένος, και η μίτρα, την οποίαν αι άγιαι
χείρες σου εναπέθεσαν επί της κεφαλής μου, εάν πέπρωται να απολέση
ποτέ την λαμπηδόνα των λίθων της, θα μεταβληθή εις ακάνθινον
στέφανον μάρτυρος ιεράρχου» Ούτω και εγένετο μετά 20 έτη στις 27
Αυγούστου 1922 (με το παλιό ήμερολόγιο).
Σημειώσεις:
*Πρώτοι αντέδρασαν στη θρησκευτική αγυρτεία των Λαζαριστών ο
Μητροπολίτης Ηλιουπόλεως Ταράσιος και ο καθηγητής Διαμαντόπουλος.
** Δολοφονήθηκε από βουλγαρο-αλβανική συμμορία.
*** Δολοφονήθηκε από συμμορία ρουμανιζόντων στο Σνίχοβο (νυν Δεσπότης).
2. Σπυρίδων Λοβέρδος: «Ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος», Αθήναι 1929, σς. 13-14.
3. Ιω. Δρούλιας: «Ο Εθνομάρτυρας Σμύρνης Χρυσόστομος και η
ενότητα των Εκκλησιών», Έκδοσις Ι. Μητροπόλεως Νέας Σμύρνης,
Αθήναι 1988.
_______________________________________
Μητροπολίτης Δράμας
Η μητρόπολη Δράμας ήταν η πιο ταραγμένη, βασανισμένη και
διαρκώς απειλούμενη επαρχία της Μακεδονίας. Ο Χρυσόστομος έφθασε
στην πόλη στις 22 Ιουλίου 1902 κι έγινε δεκτός με μεγάλο
ενθουσιασμό από τον τοπικό πληθυσμό. Με το πρώτο κήρυγμά του έδωσε
πνοή ηρωικού ήθους στο
ποίμνιό του, που είδε στο πρόσωπό του ηγέτη χαρισματικό και
εμπνευσμένο. Μία μικρή περικοπή αρκεί για να φανεί το μεγαλείο και
το πλούσιο λεκτικό μεγαλείο της θείας εκείινης φωνής και πνοής:
«Την αποστολήν μου αυτήν εν μέσω υμών θα επιτελέσω κατά τους
νόμους της θείας αρμονίας, εάν λειτουργών εμπνεύσω την κατάνυξιν
της καρδίας και ουχί απλώς την προσευχήν των χειλέων, εάν εμφυσήσω
το θάρρος και την ελπίδα και ουχί την ανίαν και το δέος, εάν
ανασύρω τους μαργαρίτας, τους οποίους εγκλείει εις το βάθος πάσα
ελληνική καρδία, εάν ανοίξω τους κρουνούς της αγάπης, εάν δώσω
παλμόν θάρρους, υπερηφανίας και θυσίας εις όλας τας ψυχάς, εάν
συντονίσω τα αισθήματα και ωθήσω εις έργα φωτός» (Λοβέρδος,
ένθ.αν. σελ. 65).
Ακολούθως ο Χρυσόστομος συγκεντρώνει λεπτομερώς στοιχεία και
με αναρίθμητα υπομνήματα ενημερώνει το Πατριαρχείο για τις
βουλγαρικές
αγριότητες στη Μακεδονία: καταλήψεις εκκλησιών και σχολείων,
δολοφονίες προκρίτων, ιερέων, δασκάλων. Παράλληλα ενημερώνει και
τις τουρκικές
αρχές. Αλλά οι εκθέσεις και τα υπομνήματα μένουν νεκρό
κεφάλαιο, όταν στην εγκληματική δράση δεν υπάρχει αντίδραση. Ο
Χρυσόστομος σπάει τον κλοιό του φόβου και κηρύσσει την αντίσταση
στη βία. Γράφει στο Πατριαρχείο: «Απεφασίσαμεν και ημείς μετά της
δημογεροντίας να μετέλθωμεν εν ανάγκη και το έσχατον μέσον της
αυτοδικίας, αμυνόμενοι των δικαίων μας, άλλως κινδυνεύομεν να
ίδωμεν απογυμνουμένην την μητρόπολιν εκκλησιών και τας κοινότητας
σχολείων και τα χωρία κατοίκων υπό την θύελλαν του πυρός και του
σιδήρου, την οποίαν εξαπέλυσε το μακεδονικόν κομιτάτον τη ανοχή
των τουρκικών αρχών» (Ένθ.αν. σελ. 74).
Ακολούθως αρχίζει τις περιοδείες και το κήρυγμα στα χωριά
που ολικώς ή μερικώς είχαν προσχωρήσει στην εξαρχία. Ο Βόλακος, ή
Κλεπούσνα, η Κουμπάλιστα, η Προσωτσάνη, το Ζύρνοβο και άλλα χωριά
επανέρχονται στο Παριαρχείο. Ακόμη και η βουλγαρόφωνη Σκρίτζοβα.
Σε άλλα χωριά ανοίγει σχολεία και εκκλησίες που είχαν κλείσει μέ
την τρομοκρατία οι κομιτατζήδες. Ο Χρυσόστομος για τη δράση του
αποσπά τους θερμούς επαίνους του Πατριάρχη.
Σ' ένα δυσεύρετο σήμερα βιβλίο, που τυπώθηκε στις Σέρρες τό
1924, με τίτλο «Η Δράμα και η Δραβήσκος»(4), διαβάζουμε το
ακόλουθο εγκώμιο για τον Χρυσόστομο:
«Εις δε την προσήκουσαν εξύμνησιν του φιλοστοργοτάτου πατρός
και ποιμένος του Αποστολικού Θρόνου Φιλίππων και Δράμας και είτα
Σμύρνης αειμνήστου Χρυσοστόμου δεν θα εξαρκέση ο ασθενής ημών
κάλαμος. Οι παλμοί των καρδιών απαξαπάντων των εν Δράμα και Σμύρνη
επαρχιωτών
αυτού pάλλουσαι εκ σεβασμού και στοργής προς τον αοίδιμον
και ηρωικόν Ιεράρχην και μέγαν άνδρα του έθνους τονίζουσιν
εναρμόνιον μέλος λατρείας προς Αυτόν εκ σεβασμού. Η εκκλησία
ανέγραψεν ηδη αυτόν εις την πάγχρυσον στήλην των τροπαιοφόρων
μεγαλομαρτύρων, η δε ιστορία περιέλαβε εις το δαφνοστεφές ηρώον
των μεγάλων του έθνους αγωνιστών».
Και ο Δραμηνός ιστορικός τελειώνει το εγκώμιο προς τον
Χρυσόστομο λέγοντας ότι στην Ευρώπη πάνω στον τάφο των μεγάλων
καλλιτεχνών χαράσσεται λατινιστί ο χαρακτηρισμός «circumspectus»,
που σημαίνει «περίβλεπτος». Και αυτόν τον προσφυά τίτλο απονέμει
στον Χρυστόστομο. Και επιλέγει: «Ούτως και εν απάση τη επαρχία
Δράμας μέχρι και του ασημοτέρου ζευγηλατείου τα πάντα φωνούσι
"Χρυσόστομος"».
Ο Χρυσόστομος γίνεται αμέσως Απόστολος της Μακεδονικής
Ιδέας. Όταν η βουλγαρική προπαγάνδα επιτηδείως επιρρίπτει ευθύνες
στους Έλληνες ίεράρχες για τη δράση των ελληνικών ανταρτικών
σωμάτων στή Μακεδονία, ο Χρυσόστομος εξεγείρεται και συντάσσει ένα
μνημειώδες έγγραφο προς τον Πατριάρχη με το οποίο κατακεραυνώνει
την εγκληματικότητα αλλά και τη
δολιότητα των Βουλγάρων και παράλληλα εξυμνεί το σθένος, την
εγκαρτέρηση και την μαχητικότητα του μακεδονικού λαού. «Αρκεί να
είπωμεν, γράφει, ότι τα θύματα κατισχύουσι των δημίων των, ότι το
αίμα των εθνομαρτύρων της μακεδονικής γης εγένετο σπορά παράγουσα
υπεράφθονον βλάστησιν». Εδραία πεποίθηση του Χρυσοστόμου είναι πως
η Μακεδονία δεν πρόκειται, παρά τις τρομερές δοκιμασίες, να χάσει
ποτέ την ελληνικότητά της. Γιατί όμως; Ο Χρυσόστομος γράφει:
«Διά τον απλούστατον λόγον, ότι η κυρίως Μακεδονία ην και
εστί και έσται χώρα καθαρώς ελληνική, ήτις, ίνα καταστή
βουλγαρική, απαιτείται ουδέν ολιγώτερον ή αφ' ενός μεν να
στραγγαλισθή η Ιστορία και η εθνογραφία, αφ' ετέρου δε να
εξολοθρευθώσι τα τρία τέταρτα του λοιπού πληθυσμού αυτής και να
κατασκαφώσιν όλα τα σχολεία και αι εκκλησίαι και σύμπασαι,
μηδεμιάς εξαιρουμένης, αι κεντρικ
Περισσότερα... »