Ο Αριστοφάνης δεν θα άφηνε, βέβαια, το σκοπό των ηρώων να πραγματοποιηθεί τόσο εύκολα. Στην υπόθεση μπαίνει και το "αντίπαλο δέος", η Πενία. Η θεά, λοιπόν, της φτώχειας δεν είναι διατεθειμένη να αφήσει από κοντά της τους έντιμους ανθρώπους, υποστηρίζοντας πως είναι φτωχοί ακριβώς επειδή είναι έντιμοι! Ο Χρεμύλος, όμως, βρίσκει τη λύση: οδηγεί τον Πλούτο στο Ασκληπιείο, όπου και ξαναβρίσκει το φως του. Ετσι, τα πάντα μπαίνουν στη θέση τους, οι τίμιοι γίνονται πλούσιοι και οι άδικοι γνωρίζουν τη φτώχεια.
Και το αγόρι αγαπούσε την μηλιά πάρα πολύ κι η μηλιά ήταν ευτυχισμένη....
Μα πέρασαν τα χρόνια και το αγόρι μεγάλωσε και πολλές φορές η μηλιά έμενε μοναχή...Τότε μια μέρα το αγόρι πήγε στην μηλιά κι η μηλιά του είπε..."Έλα αγόρι να σκαρφαλώσεις στον κορμό μου και να κάνεις κούνια στα κλαδιά μου..."..."Είμαι μεγάλος για να σκαρφαλώνω και να παίζω" είπε το αγόρι. "Θέλω να αγοράσω πράγματα να καλοπεράσω, θέλω λεφτά…μπορείς να μου δώσεις λεφτά;"..."Λυπάμαι μα δεν έχω λεφτά" είπε η μηλιά, "Έχω μονάχα φύλλα και μήλα. Πάρε τα μήλα μου, και πούλησε τα στην πόλη έτσι θα έχεις λεφτά και θα σαι ευτυχισμένο"...και έτσι έγινε...και η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.
Μα το αγόρι έκανε πολύ καιρό να ξαναφανεί και η μηλιά ήταν λυπημένη...Ώσπου μια μέρα το αγόρι ξαναγύρισε..."Έλα να παίξουμε όπως παλιά και να σαι ευτυχισμένο", είπε η μηλιά. "Δεν έχω καιρό για παιχνίδια", είπε το αγόρι, "Θέλω ένα σπίτι, να μου δίνει ζεστασιά, μπορείς να μου δώσεις ένα σπίτι;"..."Μπορείς να κόψεις τα κλαδιά μου και να χτίσεις ένα σπίτι και τότε θα είσαι ευτυχισμένος", είπε η μηλιά....και έτσι το αγόρι έκοψε τα κλαδιά της και πήγε να χτίσει το σπίτι του...και η μηλιά ήταν ευτυχισμένη.
Mα το αγόρι έκανε πολύ καιρό να ξαναφανεί.... Κι όταν γύρισε πάλι δεν μπορούσε να παίξει με την μηλιά, γιατί ήταν γέρος, και ζήτησε από την μηλιά μια βάρκα γιατί ήθελε να ταξιδέψει…"Κόψε τον κορμό μου και φτιάξε μια βάρκα", είπε η μηλιά, "για να σαι ευτυχισμένο"...και έτσι έγινε...Και η μηλιά ήταν ευτυχισμένη, μα όχι πραγματικά.
Και ύστερα από πολύ καιρό το αγόρι ξαναγύρισε..."Λυπάμαι αγόρι μα δεν μου απόμεινε τίποτα πια να σου δώσω, δεν είμαι πια παρά ένα γέρικο κούτσουρο", είπε η μηλιά. "Δεν θέλω και πολλά τώρα πια, μονάχα ένα ήσυχο μέρος να ξαποστάσω", είπε το αγόρι που τώρα πια είχε γίνει παππούς. "Τότε, ένα γέρικο κούτσουρο είναι ότι πρέπει για να ξαποστάσεις, έλα αγόρι, κάτσε, κάτσε και ξεκουράσου"...και έτσι έγινε...και η μηλιά ήταν ευτυχισμένη!
΄Ενα προικισμένο και πολυσύνθετο παραβολικό παραμύθι του Σελ Σιλβερστάιν που κατάφερε να συγκινήσει όλους τους θεατές κάθε ηλικίας. Ήταν μια συναισθηματική ερμηνεία του χαρίσματος που έχουν εκείνοι που ξέρουν να δίνουν κι εκείνοι που ξέρουν να ανταποδίδουν με αγάπη.
Με αυτή την όμορφη και ευχάριστη εκδήλωση αποχαιρέτησαν οι μαθητές το σχολείο τους ........
ΚΑΛΗ ΤΥΧΗ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥΣ
ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ.........ΧΑΡΟΥΜΕΝΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ......
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Γνώση" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
